EAT THE MUSIC

Σημείωση: Οι δίσκοι βαθμολογούνται με αστερίσκους, με βάση το ακόλουθο σύστημα αξιόλογησης.

* = κακός
** = μέτριος
*** = καλός
**** = πολύ καλός
***** = άριστος

                                                                   *






Γνωστό στους οπαδούς των ΝΟ ως “the Ibiza album”. Κάνει ανοίγματα στον rave και τον ηλεκτρονικό ήχοπου ήδη από το 1988 είχε ξεκινήσει να γιγαντώνεται. Από μια άποψη ανοίγει μιανέα περίοδο για το συγκρότημα, αφού ο ήχος αλλάζει αρκετά σε σχέση με το μέχριτότε στυλ τους, που όμως έκλεισε γρήγορα αφού αμέσως μετά την ηχογράφησή τουξεκίνησαν τα προσωπικά projects.Από μια άλλη άποψη κλείνει η περίοδος της κλασικής δισκογραφίας των ΝΟ(1981-1989). Είναι ο τελευταίος δίσκος τους στην Factory και έκτοτε όλες τους οικυκλοφορίες (1993, 2001, 2006) είναι αραιές και μοιάζουν περισσότερο μεreunion. Η θέση του, στο μεταίχμιο δυο εποχών για την βρετανική rock, το κάνει κομβικόάλμπουμ. Έχοντας κυκλοφορήσει την ίδια χρονιά που ξεπετάχτηκαν οι Stone Rosesκαι οι Happy Mondays, αποτελεί ουσιαστικά τον πρώτο σπουδαίο δίσκο της αγγλικήςμουσικής μετά την αποχώρηση του indieκαι του new wave. Εκείνη την εποχή την προσοχή την τράβηξαν τα χορευτικάκομμάτια (“Happy Time”, “Round and Round”) που όμως σήμερα ακούγονται λίγοπαρωχημένα (αν και το ιδιαίτερο στυλ των ΝΟ τους εξασφαλίζει μακροβιότητα).Κατά την γνώμη μου οι θησαυροί είναι τα τραγούδια που, με την επίφαση τουχορευτικού ήχου, έσπρωξαν τη rockένα βήμα πιο πέρα: Το “Run” συμπυκνώνει στο riff του όλο το ντεμπούτο των Suede του 1992 που υποτίθεται ότιείναι ο πρώτος δίσκος της britpop. Το τελευταίο τραγούδι (“Dream Attack”) θα μπορούσε να είχεκυκλοφορήσει το 2004-5 και να ακούγεται ολημερίς στο ραδιόφωνο. Και το “All The Way” είναι ό,τι θα ήθελαννα κάνουν οι Cure για να μπουν στα 90s (εξαιρετική ειρωνεία ότι τον ίδιο χρόνο που οι ΝΟ ηχογραφούνένα τραγούδι-μετεξέλιξη των mid-80s Cure, οι ίδιοι οι Cure αποκηρύσσουν αυτήντην κληρονομιά τους κυκλοφορώντας τo πληθωρικό και υπερεκτιμημένο “Disintegration”). Πραγματικάνομίζω ότι οι ΝΟ μου δεν ήταν ποτέ great album band, για πολλούς λόγους (είδοςμουσικής, marketing τηςFactory, προσπάθεια ναμην επαναλάβουν τους Joy Division).Το single και το 12''τους εξέφραζε περισσότερο. Η rockμουσική όμως πάντα οριοθετείται και εξελίσσεται με albums. Ίσως τo “Technique” δεν αποτελείτη στιγμή ορόσημο για τους ίδιους τους ΝΟ, είναι όμως το πιο σημαντικό (για τονυπόλοιπο κόσμο) albumπου έβγαλαν ακριβώς επειδή είναι το πληρέστερο και καλύτερό τους.
 

Jaggrin – Ghost Tape EP (2012) ****

ToGhost Tape EP” αποτελεί προσωπικό project του καλλιτέχνη Jaggrin (κατά κόσμον, Hermes J. Pappas). To EP αποτελείται από έξι κομμάτια (συν δύο non-album demos). Το γενικότερο μουσικό ύφος του δίσκου θα το χαρακτηρίζαμε minimal electro, με στοιχεία από avant-garde. Το μεγάλο πλεονέκτημα του μουσικού δείγματος που παρουσιάζει ο Jaggrin είναι οπωσδήποτε η ηχητική προσέγγιση των ιδεών του. Πράγματι, σ’ αυτό το επίπεδο, μπορούμε να πούμε ότι ο μουσικός έχει αναμφίβολα επιτύχει, καθώς οι ενορχηστρώσεις, πολύπλοκες ή μη, υποστηρίζουν με πολύ καλό τρόπο τα μουσικά μοτίβα που αναπτύσσονται. Από την άλλη, περιμένουμε λίγη περισσότερη δουλειά στις ίδιες τις ιδέες, που μερικές φορές κινούνται σε δρόμους που έχουν περπατηθεί πολλάκις από προηγούμενους καλλιτέχνες (ενδεικτικά παραδείγματα από τον δίσκο αποτελούν τα «The 86th of Martober” και “This wont Matter Tomorrow”). Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι το EP στερείται καλών στιγμών: Ήδη από το εισαγωγικό “Basavriuk” ακούμε μία πληθώρα από πολύ καλές ιδέες που διαπλέκονται με ευφυή τρόπο και τελικά συνθέτουν μία αξιολογότατη σύνθεση. Επίσης, ξεχωρίζουν τα “Changing Cities” και “Ghost Tape” (θα χρειαζόταν λίγο editing) και το demo του "MV222"(προιωνίζεται εξαιρετικό). Ως γενική εντύπωση, θα λέγαμε ότι ο Jaggrin έχει μέλλον μπροστά του, το οποίο προμηνύεται ευοίωνο, αν ο καλλιτέχνης αξιοποιήσει τις ουκ ολίγες αρετές που διαθέτει για να παρουσιάσει ακόμα καλύτερες δουλειές με την πάροδο των ετών.


Scorpions - Lovedrive (1979) ****

Ο Uli Jon Roth αποχώρησε από το συγκρότημα λίγο μετά την κυκλοφορία του διπλού live "Tokyo Tapes" κι έτσι οι Σκορπιοί βγήκαν εις άγραν νέου κιθαρίστα. Τη θέση τελικά κατέλαβε ο Matthias Jabs (Αύγουστος '78), ο οποίος όμως γρήγορα αποχώρησε για χάρη του Michael Schenker, ο οποίος επέστρεψε για λίγο, μετά ξαναέφυγε, αφήνοντας κενή τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα, την οποία ανακατέλαβε οριστικά και αμετάκλητα ο Jabs. Αυτή η κιθαριστική "κινητικότητα" αντικατοπτρίζεται στο "Lovedrive", που περιέχει lead περάσματα τόσο από τον μικρό Schenker, όσο και από τον Jabs. Παρόλα αυτά, η σφραγίδα του Jabs είναι πολύ πιο έντονη, και θα αφήσει το στίγμα της πολύ πιο εμφανώς στη μουσική εξέλιξη του συγκροτήματος, που πλέον παρήγαγε πιο ενεργητικό και άμεσο hard rock, με σαφείς εμπορικές διαθέσεις. Μέσα σε αυτό το album διαμάντι, θα βρει κανείς μερικές από τις πιο δημοφιλείς και αναγνωρίσιμες συνθέσεις των Γερμανών, όπως το "Loving You Sunday Morning", "Lovedrive", "Is There Anybody There?", "Coast To Coast", "Always Somewhere" (μικρό δάνειο από το "Simple Man" των Lynyrd Skynyrd στο εισαγωγικό riff), "Another Piece Of Meat" (οδοστρωτήρας, πανδαιμόνιο, κομματάρα!) και (βεβαίως, βεβαίως) το περίφημο "Holiday". Τον δίσκο συμπληρώνει το γεμάτο ενέργεια "Can't Get Enough". Να σημειώσουμε (χρειάζεται άραγε;) ότι το εξώφυλλο, που απεικονίζει ένα καλοντυμένο ζευγάρι να κάθεται στο πίσω μέρος ενός αμαξιού, τη στιγμή που ο κύριος δοκιμάζει τα όρια μιας τσίχλας που είναι κολλημένη στο γυμνό στήθος της συνοδού του, επέφερε κύμα αντιδράσεων σε πολλές χώρες. Αυτό δεν αλλάζει τίποτα για την ποιότητα αυτού του σχεδόν αψεγάδιαστου δίσκου. Απαραίτητος.

Scorpions - Animal Magnetism (1980) ***

To "Animal Magnetism" ακολουθεί ευλαβικά την παράδοση των προκλητικών εξώφυλλων, αυτή τη φορά αναπαριστώντας έναν "βαρύ" τύπο που έχει μπροστά του τους δύο πιστούς υπηρέτες του: έναν σκύλο και μια γυναίκα. Σε μουσικό επίπεδο, το album συνεχίζει τον εμπορικό ροκ ήχο που είχε εγκαινιάσει με το "Lovedrive". Προσωπικά, θεωρώ το "Animal..." ελαφρώς υποδεέστερο από τον προκάτοχό του, για έναν απλό λόγο: η παραγωγή μου φαίνεται κάπως αναιμική. Λείπει ο όγκος και η πυγμή, τη στιγμή που τα κομμάτια κινούνται σε παρόμοια ποιοτικά επίπεδα με αυτά που είχαν προηγηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Αν μη τι άλλο, συνθέσεις όπως τα "The Zoo", "Make It Real", "20th Century Man", "I'm Falling In Love" και "Animal Magnetism" πιστοποιούν του λόγου το αληθές. Το τοπίο συμπληρώνει η πιο γλυκανάλατη μπαλλάντα που έχουν γράψει ποτέ οι Γερμανοί, το "Lady Starlight" καθώς και μερικές ακόμα πιασάρικες ροκιές.

Scorpions - Blackout (1982) ****

Όλοι έχουν τις προσωπικές τους αδυναμίες και η δική μου, σε ό,τι αφορά τη δισκογραφία των Scorpions, ακούει στο όνομα "Blackout". Παρότι δεν τον θεωρώ τον καλύτερό τους δίσκο, η πιασάρικη μα πάντα επιθετική ηχητική του φυσιογνωμία με καθηλώνει κάθε φορά. Σε αυτό βοηθά φυσικά και η συνθετική ποιότητα, καθώς κομμάτια όπως ο ομώνυμος δυναμίτης, ο σίφουνας του "Now!", η ανατριχίλα του "China White" (μου πήρε χρόνια να το εκτιμήσω) και η υποβλητικότητα του  "When The Smoke Is Going Down" αποτελούν κορυφαίες στιγμές της καριέρας των Σκορπιών. Από κοντά συνδράμουν και τα "Dynamite", "Can't Live Without You" και "Arizona". Να σημειωθεί ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά από την περιπέτεια του Klaus Meine με τη φωνή του, αφού χρειάστηκε να χειρουργηθεί στις φωνητικές του χορδές. Tη θέση του, για όσο καιρό απουσίασε από τη μπάντα αναπλήρωνε ο Don Dokken. Ευτυχώς, ο Meine επέστρεψε, για να δώσει μερικές από τις πιο εκπληκτικές ερμηνείες της ζωής του. Για το εξώφυλλο ας μην πούμε πάλι τα ίδια...

Scorpions - Love At First Sting (1984) ***

Με το "Love At First Sting" οι Scorpions κατάφεραν επιτέλους να χτυπήσουν την αγορά της Αμερικής. Με μπροστάρη τη ροκιά του "Rock You Like A Hurricane" και την πασίγνωστη μπαλλάντα "Still Loving You", ο δίσκος πούλησε σαν μπουγάτσα, αν και ποιοτικά λιγότερο καλός από οτιδήποτε είχε βγάλει το συγκρότημα με τον Jabs. Παρόλα αυτά, επειδή οι Scorpions ποτέ δεν απογοητεύουν (εντάξει, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων), το album περιείχε μία από τις πιο μαγευτικές συνθέσεις τους, το μοναδικό "Coming Home". Α, και το εξώφυλλο... ξέρετε!

Scorpions - World Wide Live (1985) ****

To "WWL" στέκεται επάξια στον αντίποδα του "Tokyo Tapes". Όλες οι επιτυχίες της Jabs-εποχής είναι εδώ, ερμηνευμένες με κέφι και ενέργεια, από μία μπάντα που εκείνη την περίοδο σάρωνε την υφήλιο. Ασφαλής επένδυση για τον κάθε μουσικόφιλο.

Scorpions - Fly To The Rainbow (1974) ***

To 1972 ένα από τα δημοφιλέστερα (αν όχι το δημοφιλέστερο) hard rock συγκροτήματα στη χώρα μας, οι Scorpions, κυκλοφόρησαν το άγουρο ντεμπούτο τους, ονόματι "Lonesome Crow", με τον (μετέπειτα UFO) Michael Schenker σε ρόλο δεύτερου κιθαρίστα. Ο Michael αποχώρησε από την μπάντα λίγο αργότερα και τη θέση του κατέλαβε ο Uli Jon Roth, ένας κιθαρίστας που λάτρευε τον Hendrix και που επίσης είχε τη μανία να τραγουδάει, αν και η φωνή του δεν έκανε για τέτοια πράγματα. Τότε, μέσα στο συγκρότημα, δημιουργήθηκαν δύο συνθετικές ομάδες: από τη μια ο Roth που έγραφε τα δικά του α-λα Hendrix κομμάτια (πολλές φορές τα τραγουδούσε κιόλας), από την άλλη το δίδυμο Klaus Meine (φωνητικά και στίχοι) και Rudolf Schenker (ο μεγαλύτερος αδελφός του Michael, που έπαιζε ρυθμική κιθάρα και έγραφε τη μουσική για τους στίχους του Meine). Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η μπάντα εκείνη την περίοδο (1974-1978) είχε έναν "διχασμένο" ήχο που αντικατοπτριζόταν σε όλες της τις κυκλοφορίες. Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι ότι, παρόλα αυτά, οι κυκλοφορίες εκείνης της εποχής (που παραμένουν δυστυχώς σχετικά άγνωστες σε μεγάλη μερίδα ακόμα και του αφοσιωμένου κοινού τους) διακρίνονται από υψηλή ποιότητα. Το "Fly To The Rainbow" έχει να προσφέρει ποιοτικό hard rock με πολύ έντονη την αύρα των 70s. Προσωπικά το θεωρώ λίγο ανώριμο και υπερβολικά φιλόδοξο, αν και περιέχει μερικές εξαιρετικές στιγμές, όπως το ομώνυμο κομμάτι, το ισοπεδωτικό "Speedy's Coming" και το επικό "Drifting Sun". Και τα καλύτερα έπονταν...

Scorpions - In Trance (1975) ****

Το τρίτο album των Σκορπιών είναι ακόμα καλύτερο από το προηγούμενο. Σε αυτό θα βρούμε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της μπάντας, το ομώνυμο "In Trance", το οποίο οι Scorpions ευτυχώς δεν σταμάτησαν να το συμπεριλαμβάνουν ποτέ στα setlist των συναυλιών τους. Από εκεί και πέρα, όλα δείχνουν να αποκτάνε νόημα σε αυτόν τον δίσκο: Ο Meine συνειδητοποιεί πόσο εκπληκτικός τραγουδιστής είναι, ο ήχος σκληραίνει (αγγίζει το heavy metal πολλές φορές), ο Roth συνεχίζει τον (καλό) χαβά του και το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την ομήγυρη. Τραγούδια όπως τα "Dark Lady", "Top Of The Bill", "Robot Man" (το πρότυπο του "Sanctuary" των Iron Maiden;), "Longing For Fire" και "Evening Wind" πιστοποιούν την αλήθεια του ισχυρισμού μου. Να σημειωθεί ότι το εξώφυλλο προκάλεσε αρχικά αντιδράσεις, γι' αυτό και η εταιρεία σκότεινε λίγο το χρώμα του ρούχου του μοντέλου, ώστε να μη φαίνεται το στήθος της. Αυτό θα ήταν το πρώτο από πολλά εξώφυλλα που θα προκαλούσαν εντύπωση και αντιδράσεις.

Scorpions - Virgin Killer (1976) ****

Ένα εξώφυλλο ενός ολόγυμνου δεκάχρονου κοριτσιού (της κόρης του φωτογράφου βασικά) με ένα σπασμένο γυαλί ακριβώς πάνω από τη φύση της ήταν επαρκής λόγος για να γίνει ο κακός χαμός. Γρήγορα-γρήγορα, η εταιρεία απέσυρε το επίμαχο εξώφυλλο και το αντικατέστησε με ένα που έχει τους ίδιους τους Scorpions. Και η μουσική; Αυτή παραμένει αθάνατη! Ουσιαστικά, μιλάμε για το καλύτερο album της πρώτης περιόδου των Γερμανών (υπενθυμίζουμε: 1974-1978), ένα heavy metal όργιο, με κορυφαίες στιγμές την ομώνυμη σύνθεση (τι riff!), τα "Hell Cat" και "Polar Nights" του "είμαι στον κόσμο μου" Roth, το "κρύψτε τα γυναικόπαιδα" "Catch Your Train" και το υπέροχο "Pictured Life". Η Αμερική, εν τούτοις, κώφευε, ενώ η Ιαπωνία τρελαινόταν.

Scorpions - Taken By Force (1977) ****

Ένα νεκροταφείο γεμάτο σταυρούς και δύο παιδιά να παίζουν πόλεμο. Και πάλι ταραχή, διαμαρτυρίες, αντιδράσεις, και το εξώφυλλο αποσύρεται, για χάρη ενός συμβατικού με φωτογραφίες των μουσικών. Από καλλιτεχνική σκοπιά, πάντως, το album συνεχίζει στα εξαιρετικά επίπεδα των προηγούμενων δίσκων, με κομματάρες όπως το heavy metal-άδικο "Steamrock Fever", το θεσπέσιο "We'll Burn The Sky" (οι στίχοι ανήκουν στην πρώην φιλενάδα του Hendrix, Monika Dannemann), διάφορα κομμάτια του "πότε άλλαξε δεκαετία βρε παιδιά;" Roth ("Sails Of Charon", "I've Got To Be Free"), το όλο νόημα "The Riot Of Your Time" και το "δεν πάει πιο heavy για την εποχή μας" "He's A Woman, She's A Man". Το τελευταίο κομμάτι, πάντως, η ξενέρωτη μπαλλαντούλα "Born To Touch Your Feelings" έδειχνε τον νέο δρόμο που θα ακολουθούσαν μελλοντικά οι Σκορπιοί, σε επίπεδο slow κομματιών.

Scorpions - Tokyo Tapes (1978) ****

Live ηχογράφηση από τη χώρα που στήριξε όσο καμία άλλη τους Scorpions στο ξεκίνημά τους, την Ιαπωνία. Πρόκειται για την τελευταία κυκλοφορία της μπάντας με τον Roth στις τάξεις της. Όλα τα αριστουργήματα της πρώτης περιόδου είναι εδώ, παιγμένα άψογα. Τίποτα άλλο.

The Beatles - Revolver (1966) *****

Λίγα album στην ιστορία της ροκ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως περισσότερο σημαντικά από το "Revolver". Κατ' ουσίαν, πρόκειται για τον πρώτο δίσκο των Σκαθαριών όπου οι τέσσερις μουσικοί αφήνουν ελεύθερη τη διάθεσή τους για πειραματισμό, παράγοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, blues διαμάντια ("Taxman", "Good Day Sunshine"), πρωτο-grunge και alternative παραμορφώσεις ("She Said, She Said", "And Your Bird Can Sing"), λυρικές μπαλλάντες ("For No One", "Here, There And Everywhere"), καθώς και δύο minimal αριστουργήματα, το modal "Eleanor Rigby" και το "Tomorrow Never Knows", που έχει επηρεάσει σε τεράστιο βαθμό την εξέλιξη της μοντέρνας ροκ μουσικής. Μεταξύ άλλων, το "Revolver" άσκησε επιρροή στη δημιουργία του "Pet Sounds" των Beach Boys, το οποίο, με τη σειρά του, βοήθησε στη δημιουργία του "Sgt. Pepper's Lonely Hearts Band" των Beatles. Ένδοξες εποχές...

The Beatles - Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band (1967) *****

Πρωτοποριακό όσο δεν πάει, δύσκολο στο άκουσμά του αλλά τίμιο σε αυτούς που θα κάνουν τον κόπο να το εξερευνήσουν σε βάθος, το "Sgt. Pepper's..." αποτελεί μνημείο της σύγχρονης μουσικής. Διαθέτοντας μία αξεπέραστη παραγωγή (δημιούργημα του ιδιοφυούς "5ου Beatle", George Martin) και έναν σκασμό από άριστες συνθέσεις (απαριθμώ τις αγαπημένες μου: "Sgt. Pepper's...", "With A Little Help From My Friends", "Getting Better", "Lucy In the Sky With Diamonds", "Fixing A Hole", "Good Morning, Good Morning", "A Day In The Life"... και σταματώ για να μην τα αναφέρω όλα!), το album θεωρείται δικαίως ένα αριστούργημα. Για την ιστορία να πούμε ότι ο ιθύνων νους πίσω από τη σύλληψη του δίσκου ήταν ο McCartney, την ίδια στιγμή που ο Lennon περνούσε μία φάση αυτοάρνησης. Όταν ο Lennon ξύπνησε, οι σχέσεις μεταξύ των μελών του σχήματος εντάθηκαν, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του πιο "χαώδους" LP τους.

The Beatles - Magical Mystery Tour  EP (1967) ****

Στα τέλη του 1967, σε πλήρη ψυχεδελική διάθεση, οι Beatles γύρισαν την τηλεοπτική ταινία "Magical Mystery Tour", η οποία... δεν βγάζει και πολλή άκρη! Η μουσική της ταινίας, πάντως, αποτελεί ένα πρώτης τάξεως συμπλήρωμα του "Sgt. Pepper's...", περιέχοντας εξαιρετικές συνθέσεις, όπως το "Fool On The Hill" του McCartney, το "I'm The Walrus" του Lennon και μία από τις πιο παραγνωρισμένες συνθέσεις του Harrison, το μεθυστικό "Blue Jay Way". Την εποχή που κυκλοφόρησε, το "Magical..." δεν έτυχε θερμής υποδοχής. Τα επόμενα χρόνια, η EMI προσέθεσε στο αρχικό EP μερικές από τα αυτόνομα singles που είχαν κυκλοφορήσει οι Beatles την ίδια περίπου περίοδο ("Penny Lane", "Strawberry Fields Forever", "Hello, Goodbye", "All You Need Is Love" κ.ά.), κάνοντας, έτσι, το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα δελεαστικό για τους οπαδούς του σχήματος.

The Beatles - The Beatles (A.K.A. The White Album, 1968) ****

Το 1968 βρήκε τους Beatles σε ένταση. Διαφωνίες σε διάφορα επίπεδα οδήγησαν στην αποξένωση των μελών μεταξύ τους. Έτσι, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του ομώνυμου δίσκου της μπάντας, κάθε μέλος ηχογραφούσε σε ξεχωριστό στούντιο τα δικά του τραγούδια. Όταν έφτασε η ώρα του "κοψίματος" κανένας δεν έκανε πίσω, επιμένοντας ο καθένας να συμπεριληφθούν τα δικά του κομμάτια στο τελικό προϊόν. Ως εκ τούτου, το τελικό, διπλό album που βγήκε στην αγορά περιέχει μοιραία και πολλά "δεύτερα" τραγούδια, που θα μπορούσαν να είχαν παραλειφθεί, αν οι συνθήκες ήταν άλλες. Παρόλα αυτά, o δίσκος παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των θαυμαστών του συγκροτήματος, κυρίως επειδή περιέχει πολλή μουσική (2 1/2 ώρες είναι αυτές!), που πολλές φορές κινείται στα γνωστά (εξαιρετικά) επίπεδα που είχαν συνηθίσει οι Beatles τον κόσμο τα προηγούμενα χρόνια. Ενδεικτικά: το ενεργητικό "Back In The USSR", οι υπέροχες folk μπαλλάντες "Blackbird" και "Mother Nature's Son", το ενδιαφέρον country "Rocky Raccoon", το heavy όργιο του "Helter Skelter" από τον McCartney, το νωχελικό "I'm So Tired", το φιλόδοξο "Dear Prudence", το πολύπλοκο "Happiness Is A Warm Gun" από τον Lennon, το γεμάτο συναίσθημα "While My Guitar Gently Weeps" και το κεφάτο "Savoy Truffle" από τον Harrison και... το ανάμικτων συναισθημάτων "Don't Pass Me By" από τον Ringo, που κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, νιώθοντας παραγκωνισμένος, έφυγε από το συγκρότημα. Όταν αποφάσισε να ξαναγυρίσει, οι υπόλοιποι είχαν στολίσει τα τύμπανά του με λουλούδια για να καλοσωρίσουν την επανένταξή του.

The Beatles - Yellow Submarine (1969) ***

Τον Ιούλιο του 1968 προβλήθηκε στις αίθουσες το "Yellow Submarine", ένα ψυχεδελικό cartoon με ήρωες τα τέσσερα Σκαθάρια. Η μουσική που συνόδευε την ταινία αποτελείτο αφενός από το αδιάφορο ορχηστρικό soundtrack του George Martin, αφετέρου από τις συνθέσεις του συγκροτήματος, κάποιες καινούργιες ("All Together Now", "Hey Bulldog", "Only A Northern Song", "It's All Too Much") και άλλες παλιές ("All You Need Is Love" και η ομώνυμη σύνθεση). Ετυμηγορία: Η μουσική του Martin θα μπορούσε να λείπει.

The Beatles - Abbey Road (1969) *****

Μετά από το υπερβολικό "The Beatles", ο McCartney πρότεινε στους υπολοίπους να ηχογραφήσουν έναν δίσκο στον οποίο θα εξερευνούσαν τις μουσικές τους ρίζες. Το μουσικό σχέδιο ονομάστηκε "Get Back" και έλαβε χώρα στις αρχές του 1969. Έντονες μουσικές διαφωνίες οδήγησαν στην πλήρη κατάρρευσή του. Απορρίπτοντάς το προσωρινά, το σχήμα ξεκίνησε την ηχογράφηση του επόμενού του album, του από κάθε άποψη συναρπαστικού "Abbey Road". Η μαγεία του συγκεκριμένου δίσκου έγκειται τόσο στις συνθέσεις του, όσο και στη μουσική του ταυτότητα, στην οποία περιλαμβάνεται για πρώτη φορά η εκτενής χρήση του πρωτο-synthesizer "Moog". Η πρώτη πλευρά περιέχει ποιοτική pop/rock (ως συνήθως), τα πράγματα όμως γίνονται πραγματικά ενδιαφέροντα  στη δεύτερη πλευρά, που καλύπτεται εν πολλοίς από ένα περίφημο medley (δλδ. συρραφή από μικρότερα κομμάτια), στο οποίο εντάσσεται και η εκτενής σύνθεση "Golden Slumbers / Carry That Weight / The End", που αποτελεί προσωπική μου αδυναμία. Συνολικά, το "Abbey Road" μυρίζει μαγεία σε όλο του το σώμα. Είναι ο καλύτερος δίσκος των Beatles; Κατά τη γνώμη μου, ναι.

The Beatles - Let It Be (1970) ***

Το "Get Back", ένα μουσικό σχέδιο που είχε αρχίσει το συγκρότημα στις αρχές του 1969, είχε εγκαταλειφθεί για χάρη του "Abbey Road". Παρόλα αυτά, στα τέλη του 1969, ο Lennon προσέγγισε τον γνωστό παραγωγό Phil Spector, προτείνοντάς του να παραγάγει κάτι μέσα από τις χαώδεις κασσέτες που περιείχαν τις πρώτες ηχογραφήσεις που έκανε το σχήμα κατά τη διάρκεια του "Get Back". Το τελικό αποτέλεσμα ήταν το album "Let It Be", ένας δίσκος που κινείται σε πιο παραδοσιακές ροκ φόρμες εν σχέσει με τις προηγούμενες προσπάθειες των Beatles. Μεταξύ των κομματιών παρεμβάλλονται ομιλίες και συζητήσεις, καθώς ο McCartney ήθελε να ακούγεται το album όσο πιο ζωντανό και άμεσο γίνεται (ο ίδιος, πάντως, δεν είχε μείνει ευχαριστημένος από την παραγωγή του Spector). Συνολικά, ο δίσκος είναι πιο αδύναμος σε σχέση με τα παλαιότερα LPs της μπάντας, περιέχει παρόλα αυτά μερικά εξαιρετικά τραγούδια, όπως το "Two Of Us" του McCartney, το "Across The Universe" του Lennon και το πασίγνωστο ομώνυμο κομμάτι. Σημειωτέον ότι όταν έβγαινε στην αγορά το album, οι Beatles είχαν ήδη διαλύσει. 

Queen - Queen II (1974) *****

To δεύτερο album των Queen αποτελεί σταθμό στην καριέρα τους, από την άποψη ότι για πρώτη φορά εδώ αρχίζουν να διαμορφώνουν το ιδιότυπο και άκρως πρωτότυπο ύφος που θα ορίσει την καλλιτεχνική τους φυσιογνωμία τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, το συγκρότημα φαίνεται να αρχίζει να συνειδητοποιεί σε αυτόν τον δίσκο τις τεράστιες ικανότητες που διαθέτει τόσο σε συνθετικό, όσο και εκτελεστικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, στο "Queen II" το ταλέντο των τεσσάρων νέων, τότε, μουσικών ξεχύνεται πλούσιο και ασυγκράτητο προς κάθε πιθανή κατεύθυνση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το album να ακούγεται εξαιρετικά φιλόδοξο αλλά και λίγο ανώριμο, καθώς ο άγουρος ενθουσιασμός μερικές φορές υπερκαλύπτει το αναγκαίο μέτρο. Από τη δική του τη μεριά, ο παραγωγός του δίσκου, Roy Thomas Baker, σήμερα ένα ιερό τέρας της μουσικής παραγωγής, φροντίζει να συμβάλει στο όραμα των καλλιτεχνών που έχει απέναντί του, πειραματιζόμενος ασύστολα πάνω στη δόμηση και τη συγκρότηση των ιδεών που φέρνει η μπάντα. Και το αποτέλεσμα; Ένα album ασυμβίβαστο, heavy αλλά και ευαίσθητο, επικό αλλά και λυρικό, συγκροτημένο αλλά και απείθαρχο. Ένα νεογέννητο σκυλί που διψάει για ζωή, γι' αυτό τρέχει πέρα-δώθε μαγνητισμένο από τον κόσμο γύρω του, μέχρι που κουτουλάει σ' ένα δέντρο και ζαλίζεται. Τόσο συνειδητοποιημένο αλλά και αλλοπαρμένο είναι το "Queen II", ώστε δεν έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς της εποχής. Σήμερα, το πιο ιδιαίτερο βλαστάρι μιας από τις δημοφιλέστερες μπάντες στην ιστορία της μουσικής λατρεύεται από τον σκληρό πυρήνα των οπαδών της, περιφρονείται από τους διαρκώς στενόμυαλους κριτικούς, και μπερδεύει εκείνους που δεν αφήνουν τα όνειρά τους να μπουν σε καλούπια.


Wings - Wild Life (1971) ***

To "Wild Life" είναι το ντεμπούτο των Wings, της μπάντας που σχημάτισε ο Paul McCartney το 1971, στο οποίο συμμετείχε και η τότε σύζυγός του, Linda McCartney. Μία ακρόαση του album φανερώνει τη διάθεση πειραματισμού που διακατέχει τον McCartney, διατηρώντας όμως και μία χαλαρή ατμόσφαιρα παράλληλα, επιτρέποντας στον εαυτό του, αλλά και στους υπόλοιπους που συμμετέχουν στην προσπάθεια, να μην πιεστούν ιδιαίτερα. Αν μη τι άλλο, τραγούδια όπως το ζωηρό "Mumbo", το αφαιρετικό "Bip Bop" και οι γλυκές μπαλάντες της δεύτερης κυρίως πλευράς, πιστοποιούν τα παραπάνω. Παρόλα αυτά, ο δίσκος διαθέτει και μία πραγματικά κορυφαία στιγμή, το ομώνυμο κομμάτι, που θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στις πραγματικά κορυφαίες στιγμές του sir Paul. Πρόκειται για μια εξάλεπτη, άκρως ατμοσφαιρική και υποβλητική σύνθεση, που κερδίζει πολλούς πόντους από την υπεράνω κριτικής ερμηνεία του συνθέτη της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσω ότι η πιο προβληματική στιγμή του album είναι το επιλογικό τραγούδι του, το "Dear Friend", που μοιάζει μισοτελειωμένο, παρότι ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων -χώρια που διαρκεί αδικαιολόγητα πολύ. Συνολικά, λοιπόν, το "Wild Life" αποτελεί μία αξιοπρεπή πρόταση από τον πάντα δημιουργικό McCartney, μόνο που ο μελλοντικός ακρόατης θα πρέπει να έχει πάντα υπόψει του ότι το τελικό αποτέλεσμα διακατέχεται από μία αστρεσάριστη αύρα, που από τη μία γοητεύει, από την άλλη όμως αφήνει μία ανολοκλήρωτη αίσθηση στο αφτί.


Depeche Mode - Music for the Masses (1987) ***

Ένα πράγμα που μου έκανε πάντοτε εντύπωση είναι το γεγονός ότι το "For the Masses" θεωρείτο και θεωρείται από πολλούς ως η κορυφαία στιγμή της σπουδαίας synth pop μπάντας από τη Βρετανία. Σίγουρα είναι η πιο εμπορική, μια και την κυκλοφορία του δίσκου ακολούθησε μία άκρως επιτυχημένη τουρνέ στην Αμερική, κατά τη διάρκεια της οποίας οι Depeche σάρωσαν -τεκμήριο της όλης εμπειρίας αποτελεί το live album και DVD "101". Δίχως αμφιβολία, σημαντικός παράγοντας επιτυχίας υπήρξε και ο δάκτυλος του ταλαντούχου Anton Corbijn, που περιέλαβε το συγκρότημα το 1986, και ο οποίος κατασκεύασε ουσιαστικά μόνος του το εικαστικό κομμάτι του συγκροτήματος, που θύμιζε κάτι μεταξύ rock σταριλικιού και electro φουτουρισμού. Ωραία όλα αυτά, εγώ όμως θα επιμείνω στην αιρετική άποψη ότι το πρώτο album της δεύτερης περιόδου του σχήματος ('86-'98), "Black Celebration" (1986), παραμένει η απόλυτη στιγμή των Depeche, με πρώτο επιλαχόντα το επίσης θεσπέσιο, αν και μαύρο όσο και ο Θάνατος, "Songs of Faith and Devotion" (1993). Και το "For the Masses"; Σίγουρα πρόκειται για έναν καλό δίσκο, που περιέχει μερικές εξαιρετικές στιγμές (όπως τα πασίγνωστα "Never Let Me Down Again", "Stangelove", "Behind the Wheel" αλλά και το λιγότερο γνωστό "The Things You Said"), δεν θα έφτανα όμως ποτέ στο σημείο να πω ότι είναι ένα αριστούργημα. Το πρόβλημά μου έγκειται στα όχι και λίγα αδιάφορα κομμάτια που περιέχει, όπως είναι τα: "To Have and to Hold", "Sacred" και "Nothing". Από την άλλη, υπάρχουν και κάποιες συνθέσεις που στέκονται μεν καλά, χωρίς εν τούτοις και να συγκαταλέγονται στις πραγματικά ξεχωριστές συνθέσεις των Depeche ("Pimpf", "I Want You Now", "Little 15"). Ως σύνολο, το "For the Masses" είναι αξιοπρεπές και καλοδουλεμένο. Παρά ταύτα, δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για την κορυφαία στιγμή των δημοφιλέστατων στη χώρα μας Depeche Mode.


Alice Cooper - Lace and Whiskey (1977) ****

To "Lace and Whiskey" είναι το πρώτο από μία τριλογία άδικα ξεχασμένων album του μεγάλου Αμερικάνου καλλιτέχνη (τα άλλα δύο: "From the Inside", 1978 και "Flush the Fashion", 1980). Στο πρώτο αυτό album, ο Alice ενσαρκώνει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ, μία περσόνα που φόρεσε και στην τουρνέ που ακολούθησε. Την περίοδο εκείνη ο Alice είχε σοβαρά προβλήματα αλκοολισμού, μία κακιά συνήθεια που τον οδήγησε στο κέντρο αποτοξίνωσης. Όσο προβληματική όμως κι αν ήταν η ζωή του τότε, το "Lace..." είναι ένας πάρα πολύ καλός δίσκος, που περιέχει αρκετές εξαιρετικές συνθέσεις, όπως είναι τα ροκάδικα "It's Hot Tonight" και "Road Rats", το γλυκύτατο "You And Me", το ειρωνικό "King of the Silver Screen", τα υποβλητικά "Lace and Whiskey" και "My God", και το ανατριχιαστικό "I Never Wrote Those Songs". Αν θέλουμε να εξαντλήσουμε την αυστηρότητά μας, πρέπει να επισημάνουμε και τις δύο αδιάφορες στιγμές του δίσκου, τα αλά αμερικάνικη country "Damned If I Do" και "Ubangi Stomp". Για το τέλος άφησα το "No More Love at Your Convenience", ένα τραγούδι που έχει χαρακτηριστεί από τον ίδιο τον Alice ως το "χειρότερο τραγούδι που ηχογράφησα ποτέ". Η σύνθεση, που θυμίζει ABBA και τη γενικότερη ευρωπαϊκή disco παράδοση της εποχής, δεν είναι και για πέταμα. Αν μη τι άλλο παραμένει αξιοπρόσεκτη δια της ιδιαιτερότητάς της. Για να κάνουμε, λοιπόν, μια συνολική αποτίμηση του "Lace and Whiskey" αρκεί ένας μόνο αφορισμός: Υποτιμημένο και παραγνωρισμένο!


Elton John - Blue Moves (1976) ***

Ο Elton John ήταν, δίχως αμφιβολία, ο πιο εμπορικός καλλιτέχνης του πρώτου μισού της δεκαετίας του '70, στην Αγγλία αλλά και την Αμερική. Στο διάστημα 1971-1975, επτά συνεχόμενοι δίσκοι του καρφώθηκαν στο νο. 1 των charts της Αμερικής. Η καριέρα του όμως άρχισε να αλλάζει ρότα το 1976, όταν κυκλοφόρησε το διπλό "Blue Moves", που δεν είχε την ανταπόκριση των προηγούμενων προσπαθειών του -η εμπορική, και εν μέρει, καλλιτεχνική τελμάτωση θα συνεχιστεί για τον Elton μέχρι το 1983. Προκειμένου για το "Blue Moves", που είναι ένα από τα λιγότερο γνωστά albums του Elton, μπορεί να πει κανείς ότι αποτελεί μία αξιοπρεπέστατη πρόταση, η οποία, εν τούτοις, υπολείπεται αυτών που προηγήθηκαν, και κυρίως του τελευταίου διπλού δίσκου που είχε κυκλοφορήσει ο καλλιτέχνης, του θρυλικού "Goodbye Yellow Brick Road" (1973). Στο "Blue Moves" υπάρχουν μερικές αληθινά σπουδαίες στιγμές, όπως το συμφωνικό "Tonight", το ροκάδικο "One Horse Town", τα λυρικά "Chameleon" και "Cage The Songbird", και το καταπληκτικό "Bite Your Lip", που κλείνει το album. Αυτό που παραμένει δυσερμήνευτο είναι το γιατί ο Elton δεν συνέλεξε όλες αυτές τις πολύ καλές στιγμές σε έναν δίσκο, αλλά επέλεξε να επεκτείνει το όλο εγχείρημα, προσθέτοντας ένα σωρό αδιάφορα και λιγότερο καλά κομμάτια. Κοινώς, αν είχε επιλέξει τον δρόμο του μονού δίσκου, θα διέθετε ακόμη ένα πολύ καλό album στο ενεργητικό του, το οποίο ενδεχομένως θα είχε και καλύτερη εμπορική πορεία. Όπως ήρθαν τα πράγματα, το "Blue Moves" είναι μεν καλό, αλλά άνισο και σε στιγμές φλύαρο.


Peter Gabriel - [Car] (1977) ****

Το ντεμπούτο του πρώην τραγουδιστή των progsters Genesis είναι ένα ενδιαφέρον μίγμα AOR και new wave, που εκείνη την εποχή αποτελούσε ό,τι πιο μοντέρνο κυκλοφορούσε. Παρά το γεγονός ότι οι Genesis ήταν μία από τις πιο "βρετανικές" μπάντες των 70s, ο πρώτος δίσκος του Gabriel περιέχει και κάποια στοιχεία αμερικάνικου ήχου (αυτό οφείλεται ενδεχομένως στο αμερικάνικο επιτελείο που βρίσκεται πίσω από τη δημιουργία του). Τo album, που αναφέρεται ως "[Car]" για να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ανώνυμους δίσκους του Gabriel (οι πρώτοι τέσσερις αναγράφουν απλώς το όνομα του καλλιτέχνη), περιέχει πολλές εξαιρετικές στιγμές, όπως το post-punk αριστουργηματάκι "Moribund the Burgermeister", τη folk μπαλλάντα "Solsbuery Hill", τα AOR "Modern Love" και "Slowburn", τo ατμοσφαιρικό "Humdrum" και το ανυπέρβλητο "Here Comes the Flood". Γενικά, μία πολύ αξιόλογη πρώτη εμφάνιση από τον Peter Gabriel.

Peter Gabriel - [Scratch] (1978) ***

Πρώτα απ' όλα, να ξεκινήσουμε λέγοντας ότι το δεύτερο album του Gabriel, που αναφέρεται ως "[Scratch]", διαθέτει ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα που έχω δει ποτέ. Από εκεί και πέρα, σε συνθετικό επίπεδο, υπάρχουν δύο προβλήματα που δεν αφήνουν τον ακροατή να ευχαριστηθεί τον δίσκο όσο θα ήθελε: Το πρώτο είναι η παραμόρφωση στη φωνή του Gabriel, που ειλικρινά δεν κατανοώ τι εξυπηρετεί, αφού τελικά καταλήγει να ακούγεται εντελώς εκνευριστική σε σημεία. Το δεύτερο είναι τα διάφορα country στοιχεία που έχουν προστεθεί σε κάποια κομμάτια ("Animal Magic", "Home Sweet Home"), τα οποία προσωπικά τα θεωρώ ξένα προς τον ήχο και τη φυσιογνωμία του Gabriel. Επιπροσθέτως, δύο κομμάτια ("Flotsam and Jetsam" και "Indigo") μου δίνουν την εντύπωση του μισοτελειωμένου, ότι δηλαδή δεν έφτασαν στο ποιοτικό επίπεδο που θα μπορούσαν, παρότι διέθεταν όλες τις προϋποθέσεις. Πέρα από αυτές τις αδυναμιούλες, το album είναι αρκετά καλό, κινούμενο και πάλι μεταξύ AOR και new wave. Κορυφαίες στιγμές του δίσκου αποτελούν τα "δυνατά" "On the Air" και "DIY", η υπέροχη μπαλλάντα "Mother of Violence", το prog "White Shadow" και το κεφάτο "Perspective". Πάντως, το πιο νεωτεριστικό τραγούδι του "[Scratch]" είναι το "Exposure", που βασίζεται πάνω στις κιθαριστικές αναζητήσεις του σπουδαίου Άγγλου κιθαρίστα, Rober Fripp. Προσωπικά, προτιμώ την εκτέλεση από το ομώνυμο album του Robert Fripp, αλλά και η εκτέλεση του Gabriel αξίζει τον κόπο. Συνολικά, το "[Scratch]" είναι καλό, πλην όμως λίγο υποδεέστερο από το προηγούμενο και από τα επόμενα δισκογραφικά του χτυπήματα.


Peter Gabriel - [Melt] (1980) ***

Το "[Melt]", η τρίτη δισκογραφική απόπειρα του Gabriel, γνώρισε μεγάλη επιτυχία και γενικά θεωρείται ως δίσκος-σταθμός στην καριέρα του Βρετανού καλλιτέχνη. Από ηχητική σκοπιά, αυτό είναι σίγουρα αλήθεια, αφού εδώ για πρώτη φορά ο Gabriel αφήνει το AOR και το κιθαριστικό new wave, πειραματιζόμενος εκτενώς με synthesizers, πλάθοντας έτσι έναν πιο "μηχανικό" και "φουτουριστικό" ήχο. Από συνθετική σκοπιά, όμως, δεν θα έλεγα ότι είναι και ο πιο ενδιαφέρων δίσκος του. Σίγουρα υπάρχουν κάποια εξαιρετικά κομμάτια, όπως το πασίγνωστο "Games Without Frontiers" (στα δεύτερα φωνητικά η Kate Bush), το "I Don't Remember" και το "Biko", εν τούτοις το υπόλοιπο album αξίζει την προσοχή του ακροατή περισσότερο για τον ήχο που προωθεί, παρά για τις καθ' αυτό συνθέσεις που το απαρτίζουν. Να πούμε επίσης ότι, όπως και στον προηγούμενο δίσκο, έτσι κι εδώ υπάρχουν μερικές συνθέσεις που μοιάζουν "ημιτελείς", όπως είναι το εισαγωγικό "Intruder", το "No Self Control" και τα περισσότερα από τη δεύτερη πλευρά. Συνεπώς, καλό αλλά μάλλον υπερτιμημένο.


Peter Gabriel - Security (1982) *****

To τέταρτο album του Gabriel είναι, κατά τη γνώμη μου, και το καλύτερό του. Πρόκειται για έναν άκρως πειραματικό δίσκο, που απαιτεί την υπομονή και την αφοσίωση του ακροατή. Δεν περιέχει "εύκολες" συνθέσεις ή ευκολομνημόνευτες μελωδίες, αντίθετα στηρίζεται στην ελευθερία των τραγουδιών να αναπτύσσονται προς διάφορες κατευθύνσεις, μακριά από τα δεσμά των παραδοσιακών δομών. Εξαιρουμένου του pop hit "Shock the Monkey", το υπόλοιπο album χρειάζεται τον χρόνο του για να ανοιχτεί στον ακροατή. Ηχητικά, πρέπει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για ένα άκρως πρωτοποριακό εγχείρημα, αφού σε αυτόν τον δίσκο ο Gabriel ενσωματώνει στη δυτική μουσική φόρμες και στοιχεία της αφρικανικής κουλτούρας. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτό θα αποτελέσει "μόδα" στη βρετανική και την αμερικανική pop. Δεν θα ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι, αντίθετα θα προτέψω τους πραγματικούς μουσικόφιλους να του ρίξουν μία ακρόαση (σημ.: Το album κυκλοφόρησε ως "Security" στις ΗΠΑ. Στην Αγγλία δεν έφερε όνομα).


Peter Gabriel - So (1986) ***

To "So", πέμπτος studio δίσκος του Gabriel, γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία. Ο ήχος του αποτελεί μία μετεξέλιξη του αντίστοιχου του "Security", μόνο που εδώ το όλο αποτέλεσμα είναι πιο εμπορικό και εύπεπτο. Εντάξει, δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για ευκολοχώνευτη pop από τα 80s, μπορεί να ρίξει μία ματιά στο "So". Για τους πιο απαιτητικούς, προτείνουμε τα παλαιότερα του Gabriel.


 The Police - Outlandos d' Amour (1978) *****

Το περίφημο βρετανικό τρίο (Sting, Andy Summers και Stewart Copeland) που συνδύαζε με μαγικό τρόπο το punk και τη reggae, ντεμπουτάρισε το 1978 με το καταπληκτικό "Outlandos d' Amour", έναν δίσκο γεμάτο ενέργεια και έμπνευση, χωρίς ούτε μία κακή στιγμή. Πέρα από τα πασίγνωστα και θαυμάσια "Roxanne", "So Lonely" και "I Can't Stand Losing You", ο δίσκος περιέχει πολλές ακόμα κορυφαίες στιγμές: Τα επιθετικά "Next to You" και "Peanuts", τα new-wave "Truth Hits Everybody" και "Born In The 50's και το αξιοπρόσεκτο "Masoko Tanga". Συνολικά, το "Outlandos d' Amour" αποτελεί την κορυφαία στιγμή της μπάντας και ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα στην ιστορία της σύγχρονης pop.


The Police - Reggatta de Blanc (1979) ****

Το δεύτερο χτύπημα των Police τους έκανε stars τεραστίου βεληνεκούς. Παρότι σαφώς υποδεέστερο από τον προκάτοχό του, το "Reggatta..." περιέχει επίσης αρκετές σπουδαίες στιγμές, όπως τα singles "Message in a Bottle" και "Walking on the Moon", το ομώνυμο ορχηστρικό κομμάτι, το "The Bed's Too Big Without You", που συνδυάζει στοιχεία reggae και punk, και το πολύ ατμοσφαιρικό "Bring on the Night". Μία πολύ ωραία παράμετρος του συγκεκριμένου δίσκου είναι η ηχητική εξέλιξη του Andy Summers που πλέον άφηνε την κιθάρα του να κινείται σε πιο new wave μονοπάτια. Μετά και από αυτόν τον δίσκο, οι Police μεταμορφώνονταν σε μεγαθήρια. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι εκείνη ακριβώς τη χρονιά, το σχήμα επισκέφτηκε και την Ελλάδα, σπάζοντας το ρόδι για τα εγχώρια συναυλιακά πράγματα.


The Police - Zenyatta Mondatta (1980) ***

Με τον τρίτο δίσκο τους, οι Police γέμιζαν πλέον αρένες. Προσωπικά θεωρώ ότι ηχητικά η μπάντα εξελισσόταν με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο, οι συνθέσεις όμως δεν στέκονταν στα επίπεδα των πρώτων δύο δίσκων τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το "Zenyatta..." στερείται καλών στιγμών. Αν μη τι άλλο, τραγούδια όπως τα "Don't Stand so Close to Me" και "Voices Inside My Head" ξεχωρίζουν, εν τούτοις ο υπόλοιπος δίσκος μου μοιάζει άρτιος μεν, αλλά κάπως αδιάφορος.


The Police - Ghost In The Machine (1981) ***

Η τέταρτή δουλειά των Police τους βρίσκει να απομακρύνονται από την ηχητική αμεσότητα που τους χαρακτήριζε μέχρι τότε για χάρη πειραματισμών με τις φουτουριστικές μηχανές της εποχής. Στην πραγματικότητα, ο δίσκος εκφράζει πιο πολύ τις αναζητήσεις του Sting, με τα άλλα δύο μέλη της μπάντας να εκφράζουν σοβαρές ενστάσεις για την ακουστική ταυτότητα του LP. Όπως κάθε δίσκος των Police, το "Ghost..." έχει τις πολύ καλές στιγμές του (όπως είναι τα τρία singles που προτάσσονται, με στρατηγικό τρόπο, στην πρώτη πλευρά), ως σύνολο όμως μάλλον αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της δισκογραφίας της μπάντας.


The Police - Synchronicity (1983) ****

Περί το 1983, οι σχέσεις του Sting με τους άλλους δύο ισορροπούσαν σε τεντωμένο σκοινί. Παρόλα αυτά, το τελευταίο τους album τους βρίσκει σε πολύ καλή φόρμα, έστω κι αν τα reggae στοιχεία που όριζαν το σχήμα στο ξεκίνημά του εδώ έχουν εξαφανιστεί πλήρως. Το LP ξεκινά δυναμικά με την εκπληκτική ομώνυμη σύνθεση (προσωπική μου αδυναμία) και συνεχίζει με το ενδιαφέρον "Walking in Your Footsteps", που έχει ως θέμα του τους... δεινόσαυρους. Κατά παράδοξο τρόπο, αμέσως μετά ακολουθεί η "σαβούρα" του δίσκου, μέχρι που φτάνουμε στις πραγματικά εξαιρετικές στιγμές του: "Synchronicity II", "Every Breath You Take", "King of Pain" και "Wrapped Around Your Finger". Εκτός από καλλιτεχνική, το album είχε και μεγάλη εμπορική επιτυχία (το "Every Breath..." ήταν το πιο εμπορικό κομμάτι για το 1983 στην Βρετανία). Έτσι, κάπου τότε, και ενώ βρίσκονταν στο απόγειο της δόξας τους, οι Police το διέλυσαν το μαγαζί.


Kate Bush - The Kick Inside (1978) *****

Όταν στα μέσα της δεκαετίας του '70 o κιθαρίστας ανακάλυψε την δεκατετράχρονη (!) Kate Bush, ήξερε καλά ότι είχε χτυπήσει φλέβα. Αυτό που έκανε, λοιπόν, ήταν να κλείσει τη νεαρή καλλιτέχνιδα, δίνοντάς της άπλετο χώρο και χρόνο για να ξεδιπλώσει το μουσικό της (κι όχι μόνο, αφού η Bush ήταν και χορεύτρια) ταλέντο. Λίγα χρόνια μετά, η Kate έβγαλε στην αγορά το αξεπέραστο "The Kick Inside", μία συλλογή από 13 πιανιστικά διαμάντια, στα οποία ακούμε μία κοπέλα γεμάτη έμπνευση και δίψα για ζωή να στέλνει πρόσκληση επικοινωνίας σε όποιον έχει τη διάθεση ν' ακούσει. Ευτυχώς γι' αυτήν, πολλοί αποδέχτηκαν το προσκλητήριο, και έτσι το ντεμπούτο της Βρετανής κοπελίτσας έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία, υποβοηθούμενο σημαντικά από το ευφάνταστο single "Wuthering Heights", το οποίο όμως κατέληξε να τυλιχτεί γύρω από τον λαιμό της Bush σαν άλμπατρος για μερικά χρόνια.


Kate Bush - Lionheart (1978) ***

Η EMI, δισκογραφική εταιρεία της Bush, συμπέρανε ότι η πρωτοφανής επιτυχία που γνώρισε η καλλιτέχνιδα με το καταπληκτικό "Wuhtering Heights" ήταν περίπτωση "one-hit wonder", οπότε και θεώρησε καλό να πιέσει το απόκημά της να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα έναν δεύτερο δίσκο, για να μην την ξεχάσει ο κόσμος! Όπως είναι λογικό και φυσικό, το "Lionheart" δεν αγγίζει τα ποιοτικά επίπεδα του ντεμπούτου της ούτε για αστείο, παρότι περιέχει κάποιες πάρα πολύ καλές στιγμές, όπως το "Wow!" και το πραγματικά εξαίσιο "Hammer Horror". Αν μη τι άλλο, ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί καλό παράδειγμα για το πόσο ηλίθιες μπορούν να γίνουν οι εταιρείες, ακόμα κι όταν έχουν χρυσάφι στα χέρια τους.


Kate Bush- Never for Ever (1980) ***

O τρίτος δίσκος της Bush είναι ελάχιστα ανώτερος από το "Lionheart", αν και περιέχει σποραδικά μερικές πολύ ξεχωριστές στιγμές, όπως το επιθετικό "Violins" και το "Breathing", ένα από τα καλύτερα πιανιστικά κομμάτια που έχουν γραφτεί ποτέ στη σύγχρονη pop. Από εκεί και πέρα, υπάρχουν ακόμα μερικά συμπαθητικά κομμάτια ("Babushka", "Army Dreamers") και κάποια μάλλον αδιάφορα. Συμπαθητικός, αλλά μακριά από τις πραγματικές ικανότητες της κοπέλας που είχε δώσε δύο χρόνια πριν το "Kick Inside".


Kate Bush - The Dreaming (1982) **

Στο "Dreaming" η Bush αρχίζει να πειραματίζεται με την τεχνολογία της εποχής, προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα εσωτερικό, ατμοσφαιρικό έργο, και τελικά τα καταφέρνει, μόνο που εκτός από τα προαναφερθέντα, το δημιούργημά της είναι και κάπως δύσκολο στην ακρόαση, έως βαρετό. Κορυφαίες στιγμές αποτελούν κομμάτια όπως το "Suspended in Gaffa" (προσωπική μου αδυναμία), "Sat in Your Lap" και το υποβλητικό "Pull Out the Pin", όλα από την πρώτη πλευρά του album. Η δεύτερη πάσχει κάπως. Για τα επόμενα δύο και κάτι χρόνια η Bush θα χαθεί από προσώπου γης, για να επιστρέψει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.


Kate Bush - Hounds of Love (1985) ****

Όταν το 1985 η Bush αποφάσισε να επιστρέψει στα μουσικά δρώμενα, η βιομηχανία την είχε ψιλοξεχάσει, κι αυτό γιατί κανείς δεν περίμενε να κυκλοφορήσει έναν τόσο καλό δίσκο όσο το "Hounds of Love". Αρκετά μοντέρνο για τα δεδομένα της εποχής (τα synths διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του album), το "Hounds..." βρίσκει την καλλιτέχνιδα σε συνθετικό οργασμό, καθώς παραδίδει στο κοινό της κομμάτια-αριστουργήματα, όπως είναι τα "Hounds of Love", "Running Up that Hill", "Cloudbusting", "The Big Sky" και "Hello Earth". Και έπετο και συνέχεια...


Kate Bush - The Sensual World (1989) ****

Με τον αέρα της επιτυχίας που της χάρισε το "Hounds of Love", η Bush γίνεται πιο ενεργή, συμμετέχοντας μεταξύ άλλων στο υπερεπιτυχημένο "So" (κριτική πιο πάνω) του Peter Gabriel. Βαθύτατα επηρεασμένη από τις μουσικές αναζητήσεις του Gabriel, η Bush κυκλοφορεί το 1989 το πολύ καλό "The Sensual World", με σαφείς αναφορές στη "world music", που εκείνα τα χρόνια, ειδικά η αφρικανική, ήταν της μόδας. Πολλές είναι οι σπουδαίες στιγμές του δίσκου ("The Sensual World", "Love and Anger", "Deeper Undestanding", "The Fog") εγώ όμως θα σταθώ στο απερίγραπτα θεσπέσιο "This Woman's Work", που κάνει την εμφάνισή του ήδη στο soundtrack της ταινίας "She's Having a Baby" του J. Hughes, το 1987 (βλ. σχετική λίστα στην ενότητα "The Final Countdown"). Πρόκειται για μία σύνθεση που δημιουργεί πλήθος συναισθημάτων στον ακροατή, καταφέρνοντας παράλληλα να μη γίνεται μελοδραματική. Σίγουρα, συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της Bush.


Kate Bush - The Red Shoes (1993) ***

Το "Red Shoes", που κυκλοφόρησε πολλά χρόνια μετά την τεράστια επιτυχία του "Hounds of Love" αλλά και του "Sensual World", φιλοξενεί συμμετοχές από πολλούς γνωστούς μουσικούς (όπως του Eric Clapton και του Jeff Beck). Κάποιες συνθέσεις, όπως τα αλλέγκρα "Rubberband Girl", "Red Shoes", "Eat the Music"(που βάπτισε και τη στήλη μας) και τα υποβλητικά "Lily" και "The Song of Solomon" δημιουργούν ένα καλό αποτέλεσμα. Nα σημειώσουμε ότι για την προώθηση του δίσκου η Bush γύρισε μία μικρού μήκους ταινία ("The Line, the Cross and the Curve"), στην οποία ακούγονται πολλά από τα τραγούδια του album.

Kate Bush - Aerial (2005) ***

Δώδεκα χρόνια απουσίας είναι πολλά, αλλά αναγκαία, όταν συνοδεύονται από προσωπικές τραγωδίες και διάφορες δυσκολίες. Η Bush του 2005 παρουσιάστηκε διαφορετική από παλαιότερα, λιγότερο ζωντανή, μα και πιο ώριμη. Έχοντας χάσει λίγη από την παιδική γοητεία που τη χαρακτήριζε, προσφέρει ένα διπλό album που ακούγεται πιο κατασταλαγμένο, αν και αναπόφευκτα λιγότερο περιπετειώδες ή φρέσκο. Σίγουρα, στο "King of the Mountain", η Bush διδάσκει τους νεότερους πώς να γράφουν μουσική, και υπάρχουν σποραδικά κι άλλες αξιοπρόσεκτες στιγμές (ξεχωρίζω ανεπιφύλακτα το "Mrs. Bartolozzi", που έχει κάτι από τις πιανιστικές μπαλλάντες του παρελθόντος. Αν ο πρώτος δίσκος θυμίζει λίγο το κορίτσι με τα φτερά στα πόδια, ο δεύτερος κινείται σε lounge / jazz ρυθμούς, άγνωστους μέχρι τώρα στη μουσική της Bush, που προσωπικά με αφήνουν ασυγκίνητο. Συνολικά, το "Aerial" αποτελεί ένα ενδιαφέρον πείραμα και μία ευχάριστη έκπληξη γι' αυτούς που ρωτούσαν τι απέγινε η αγαπημένη τους μουσικός... έστω και αν αυτή έχει αλλάξει πολύ.


Kate Bush - Director's Cut (2011)

Το album αποτελείται από επανεκτελέσεις παλαιότερων κομματιών της Kate Bush.


Kate Bush - 50 Words for Snow (2011) ***

Στο "50 Words for Snow" η Bush χαλαρώνει πίσω από το πιάνο της και απλά αφήνει τις ιδέες της να εξελιχθούν. Όλα τα κομμάτια του δίσκου, εκτός από το single "Wild Man", διαθέτουν έναν ήρεμο, εσωτερικό και μυστικιστικό τόνο. Ως αποτέλεσμα, το album ακούγεται, εν πρώτοις, γοητευτικό, η έλλειψη, όμως, δομών και συγκεκριμένων μοτίβων, το καθιστούν και λίγο βαρετό, όπως και επίπεδο. Προτείνεται σε αυτούς που τους αρέσει να βάζουν έναν δίσκο το πρωί, πίνοντας τον καφέ τους και θαυμάζοντας το Φθινόπωρο. Σημειώνεται ότι στο "Snowed in on Wheeler Street" συμμετέχει ο Elton John. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου