WARLORD, Dexter Ward, War Dance
(27/4/2013, Gagarin 205)από τον Κώστα Χρυσόγελο
Οι Αμερικάνοι Warlord είναι αναμφισβήτητα το καλύτερο power metal
σχήμα που δεν ευτύχησε ποτέ να κάνει την καριέρα που τόσο πολύ του
άξιζε. Με σταθερά μέλη τον ελληνικότατης καταγωγής Bill Tsamis (κιθάρα)
και τον Mark Zonder (τύμπανα), γνωστό στο ελληνικό κοινό από τους
progsters Fates Warning, οι Warlord πρόφτασαν να κυκλοφορήσουν κατά τη
διάρκεια της δεκαετίας του '80 μονάχα το αριστουργηματικό mini-LP
"Deliver Us...", το single "Aliens / Lost and Lonely Days" και την πολύ
καλή ζωντανή ηχογράφηση από μία πρόβα τους, υπό το όνομα "And the Canons
of Destruction have Begun". Με όπλο την κιθαριστική ιδιοφυία του Tsamis
και το περίσσιο τάλαντο του Zonder, η μπάντα δεν άφησε πίσω της ούτε
μισό μέτριο τραγούδι, πριν διαλυθεί, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του
'80, εξαιτίας έλλειψης τραγουδιστή και ενδιαφέροντος από κάποια
δισκογραφική εταιρεία. Το σχήμα επανεμφανίστηκε στιγμιαία στις αρχές του
21ου αι., ηχογραφώντας το καλό "Rising out of the Ashes". Αυτά μέχρι το
2012, οπότε και το ελληνικό κοινό, που κυριολεκτικά λάτρεψε τους
Warlorld όσο κανένα στον κόσμο, πληροφορήθηκε ότι η μπάντα
επανασυνδέεται για να δώσει περιορισμένο αριθμό συναυλιών, στη Γερμανία
και τη χώρα μας, ηχογραφώντας παράλληλα και τον νέο της δίσκο, το, όπως
αποδείχτηκε, πολύ καλό "The Holy Empire". Τελικά, οι Warlord έκλεισαν
για δύο συναυλίες σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, οι οποίες έγιναν συνοπτικά
τρεις λόγω τεράστιας ζήτησης των εισιτηρίων (όχι παίζουμε!).
Παρευρέθηκα στην πρώτη συναυλία της Αθήνας (27/4/2013). Η προσμονή,
όπως και όλων των υπολοίπων φαντάζομαι, τεράστια. Όταν έφτασα στον με
διαφροά καλύτερο κλειστό συναυλιακό χώρο της Αθήνας, το πάντα υπεράνω
κριτικής Gagarin 205, μόλις τελείωνε το τελευταίο support, οι Dexter
Ward, οι οποίοι έμοιαζαν να ευχαριστιούνται στο έπακρο τη βραδιά. Με το
που ολοκλήρωσαν την εμφάνισή τους, η σκηνή άδειασε και οι καρδιές των
εκατοντάδων παρευρισκομένων (sold out φυσικά!) άρχισαν να χτυπούν ηχηρά.
Το συνεργείο έστησε το πολύ όμορφο σκηνικό, που αναπαριστούσε το
εξώφυλλο του "Deliver Us..." και ύστερα από κάμποση ώρα, τα φώτα
χαμήλωσαν. Υπό τις ενθουσιαστικές ιαχές του κοινού, η παρέα των
Tsamis/Zonder ανέβηκε στη σκηνή, ενώ τα ηχεία έπαιζαν την
προηχογραφημένη εισαγωγή ενός από τα καλύτερα heavy metal τραγούδια όλων
των εποχών, του "Deliver Us from Evil". Έκσταση. Ο Tsamis δίνει το
κιθαριστικό σύνθημα και η συναυλία αρχίζει.
Τα τραγούδια από το "Deliver Us..." αλληλοδιαδέχονται: "Winter
Tears", "Child of the Damned" (το αιώνιο riff), "Penny for a Poor Man",
"Black Mass" (πιο Sabbath-ικό δεν γίνεται) και "Mrs. Victoria" (το
"Lucifer's Hammer" θα ερχόταν αργότερα). Κατόπιν, παρελαύνουν τα
τραγούδια από το "And the Canons...": "Lost and Lonely Days", "Aliens"
(με την αθάνατη τυμπανιστική εισαγωγή) και "Soliloquy". Μέχρι εκεί, το
κοινό τελεί εν πλήρει μυσταγωγία, αποθεώνοντας το συγκρότημα και
φωνάζοντας ανά τακτά διαστήματα και ρυθμικά τα ονόματα των Tsamis και
Zonder. Ο πρώτος, εμφανώς συγκινημένος από την υποδοχή του κοινού,
χαιρετά τον κόσμο, ενώ ο δεύτερος, χαμηλότονος και διακριτικός ως
χαρακτήρας, κυριολεκτικά παραδίδει μαθήματα τυμπάνων - θυμίζουμε ότι
πρόκειται απλά για έναν εκ των κορυφαίων ντράμερς στον κόσμο.
Η συναυλία συνεχίστηκε με μερικά κομμάτια από το "Holy Empire" και
ακόμη δύο από το "Rising...", ένα εκ των οποίων το προσωπικά αγαπημένο
μου "Winds of Thor". Κάπου εκεί, το βασικό setlist ολοκληρώθηκε, όχι
όμως πριν ο Tsamis βγάλει έναν άκρως συγκινητικό λόγο, μισό στα ελληνικά
και μισό στα αγγλικά, στον οποίο ευχαρίστησε πολλάκις τον κόσμο,
εξομολογούμενος ότι ένιωθε πως αυτή ήταν η βραδιά για την οποία του είχε
μιλήσει κάποτε ο πατέρας του, όταν τον συμβούλευε στις αρχές του 1980
να μην παρατήσει το μουσικό όνειρό του, καθώς θα ερχόταν κάποτε η στιγμή
που θα ανταμειβόταν. Και έτσι όπως ήταν συγκινησιακά φορτισμένη η
ατμόσφαιρα, έρχεται ως encore και το "Lucifer's Hammer" και μας
αποτελειώνει. Αυλαία: Η μπάντα υποκλίνεται, ο κόσμος χειροκροτεί
ασταμάτητα και ο Tsamis υπόσχεται να μας επανεπισκεφτεί. Θα περιμένουμε
με ανυπομονησία...
Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ αφενός στον αψεγάδιαστο ήχο του
εγχειρήματος (μπράβο ηχολήπτες και Gagarin 205) και αφετέρου στην
υψηλότατη απόδοση των υπόλοιπων μελών των Warlord, με μοναδική ένσταση
το σχετικό "ψάρωμα" του τραγουδιστή, που κατά τα άλλα ερμήνευσε άριστα
όλο το υλικό. Συνολικά, πάντως, μιλάμε για μία συναυλία που θα αργήσει
να ξεχαστεί - αν ξεχαστεί...
OPERA CHAOTIQUE / YIANNEIS
(12/10/2012, Gagarin 205)από τη Mnemosyne
Ένα ελληνικό live αποτελεί πάντα ένα ξεχωριστό γεγονός, πόσο μάλλον όταν η μπάντα γνωρίζει από μουσική. Αποφάσισα να πάω στη συναυλία των Opera Chaotique έχοντας ελάχιστη επαφή με τη μουσική τους (είχα ακούσει μόνο το "To The Whore Who Stole My Poems" και ένα δυο ακόμα κομμάτια που μου έκαναν εντύπωση για την πρωτοτυπία τους κυρίως αλλά -δεν κρύβω- και από τη φωνή του τραγουδιστή). Παρακινημένη από αυτό το μικρό δείγμα, βρέθηκα στο Gagarin στις 12 Οκτωβρίου 2012. Στην πορεία έμαθα ότι η συναυλία γινόταν από κοινού με τους επίσης Έλληνες Yianneis, για τους οποίους δεν είχα ουδεμία πληροφόρηση (και συνεχίζω να μην έχω, όπως θα καταλάβετε διαβάζοντας παρακάτω).
Οι Opera Chaotique βγήκαν πρώτοι στη σκηνή. Το σχήμα αποτελείται από έναν πιανίστα-τραγουδιστή, έναν βιολαντσελίστα κι έναν ντράμερ. Σε μερικά κομμάτια υπήρχαν και γυναικεία φωνητικά (δεν είμαι σίγουρη ότι η κοπέλα αποτελεί μόνιμο μέλος του group). Σε μία και μόνον σύνθεση εμφανιζόταν μια χορεύτρια που "έντυσε" το κομμάτι με εκφραστικό χορό.
Αυτό που άκουσα κατά τη μία ώρα και κάτι που η σκηνή ανήκε στους Οpera αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον. Το συγκρότημα αναμιγνύει πλείστα μουσικά είδη που φέρνει στα μέτρα της, με αποτέλεσμα να προσδίδει στην προσέγγισή τους ένα καθαρά προσωπικό ύφος. Ο κοινός παρονομαστής του όλου εγχειρήματος, η φιλοσοφία δηλαδή που ενώνει τις άριες από κλασικές όπερες, τα μπλουζ του Νότου, ακόμα και τα διάφορα περάσματα από τη.... δημοτική παράδοση της Ελλάδας (!), θα έλεγα ότι είναι η κοσμοθεωρία του Καμπαρέ, όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου: ένας χώρος ελευθεριότητας, αυτοσχεδιασμού και ελεύθερης έκφρασης, με μία γερή δόση παρακμής και καρναβαλισμού.
Αυτό που άκουσα κατά τη μία ώρα και κάτι που η σκηνή ανήκε στους Οpera αποδείχτηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον. Το συγκρότημα αναμιγνύει πλείστα μουσικά είδη που φέρνει στα μέτρα της, με αποτέλεσμα να προσδίδει στην προσέγγισή τους ένα καθαρά προσωπικό ύφος. Ο κοινός παρονομαστής του όλου εγχειρήματος, η φιλοσοφία δηλαδή που ενώνει τις άριες από κλασικές όπερες, τα μπλουζ του Νότου, ακόμα και τα διάφορα περάσματα από τη.... δημοτική παράδοση της Ελλάδας (!), θα έλεγα ότι είναι η κοσμοθεωρία του Καμπαρέ, όπως αναπτύχθηκε στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου: ένας χώρος ελευθεριότητας, αυτοσχεδιασμού και ελεύθερης έκφρασης, με μία γερή δόση παρακμής και καρναβαλισμού.
Τι αποκόμισα τελικά από το θέαμα που προσέφεραν οι Opera; Κατ' αρχάς ότι όλοι οι μουσικοί που ανέβηκαν στη σκηνή ξέρουν πολύ καλά τι τους γίνεται σε τεχνικό επίπεδο (χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τους υπολοίπους, δηλώνω εντυπωσιασμένη από τις φωνητικές και πιανιστικές ικανότητες του frontman τους). Κατά δεύτερον, αναγνωρίζω ότι η μπάντα έχει πολλές ενδιαφέρουσες ιδέες, παρόλα αυτά θα ήθελα να έχω ακούσει λιγότερες διασκευές και λιγότερη απαγγελία. Αν στο μέλλον τιθασεύσουν το μουσικό κτήνος που άφησαν να ξεχυθεί στη σκηνή και γράψουν περισσότερη πρωτότυπη μουσική, σίγουρα θα διαπρέψουν στα εγχώρια πράγματα (έμαθα δε ότι το γκρουπ κινείται ιδιαίτερα στο εξωτερικό).
Και οι Yianneis; Δυστυχώς, μετά την εμφάνιση των Opera έπρεπε να φύγω, με αποτέλεσμα να μείνω με μία απορία που δεν μου έχει λυθεί ακόμη.
από τον Κώστα Χρυσόγελο
Οι Therion γιορτάζουν φέτος τα 25 χρόνια τους. Η σουηδική μπάντα που ξεκίνησε παίζοντας ατόφιο death metal και πρωτοπόρησε, καθώς αυτή πρώτη αποπειράθηκε να συνδυάσει το heavy metal και την κλασική μουσική, δεν θα μπορούσε να μην επισκεφθεί και την Ελλάδα, μία χώρα που έχει στηρίξει τον εγκέφαλο των Therion, κο. Christopher Johnson, καθόλη τη διάρκεια ζωής του προσωπικού του σχήματος.
Μαζί με τους Therion εμφανίζονταν δύο ακόμη group, οι Elyose και οι Antalgia. Από κανένα δεν πρόλαβα ούτε μία νότα, οπότε προχωρούμε στο κυρίως πιάτο. Οι Therion βγήκαν στη σκηνή σχετικά νωρίς (πριν τις 22:00) και έπαιξαν για σχεδόν δύο ώρες. Τους οργανίστες (δύο κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα) συνόδευαν δύο τραγουδίστριες (μία σοπράνο και μία μέτζο) κι ένας τραγουδιστής, που ουσιαστικά μπορούσε να ερμηνεύσει τα πάντα! Το setlist αποτελούσε μία πρώτης τάξεως ανασκόπηση της "οπερετικής" περιόδου των Therion (1996 κι εξής), με συνθέσεις-αριστουργήματα, όπως είναι τα "Rise Of Sodom And Gomorrah", "Ginnungagap", "Vanaheim", "Lemuria" και "Siren Of The Woods".
Η μπάντα έκανε δύο encore. Στο δεύτερο, ο Johnson προέβη σε έναν μονόλογο, κατά τον οποίο εξηγούσε πόσο σημαντικό είναι ο καλλιτέχνης να ακολουθεί το ένστικτό του και να μην ενδίδει στις πιέσεις των δισκογραφικών εταιρειών. Ο μονόλογος αποδείχτηκε λίαν μακροσκελής, εν τούτοις οι Therion αποζημίωσαν το (όπως πάντα) ενθουσιώδες κοινό με το γνωστότερο κομμάτι τους, το κλασικό πια "To Mega Therion". Ιδανικό φινάλε για μία πολύ καλή συναυλία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Johnson παρέμεινε στη σκηνή για αρκετά λεπτά μετά το πέρας του live, αφού το κοινό συνέχιζε να φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, σε ένδειξη θαυμασμού. Πραγματικά νομίζω ότι αυτό αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι δεν υπάρχει καλύτερο κοινό στον κόσμο από το ελληνικό, και δη το μεταλλικό. Μάλιστα, διατηρώ τη βεβαιότητα, ότι ο κος. Johnson δεν θα λησμονήσει να μας επισκεφθεί στην επόμενη περιοδεία των Therion.
από τον George Vei
Κυριακή βραδάκι και κατευθύνομαι προς τον συναυλικό χώρο του "Κύτταρου" ("Kyttaro", κατά το ελληνικότερο) με καλή παρέα και πολλή διάθεση για να δω ζωντανά τους Δανούς Raveonettes, που χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στην Ελλάδα. Η μόνη επιφύλαξη που είχα αφορούσε στις ηχητικές ικανότητες του χώρου και, κρίνοντας από την έκβαση της βραδιάς, η στάση μου πλέον είναι όχι απλώς επιφυλακτική, αλλά ξεκάθαρα αρνητική. Οπωσδήποτε, μαζί μου συμφωνούν τα δύο μέλη του συγκροτήματος (που συνοδεύονταν από έναν drummer) που κυριολεκτικά ξενέρωσαν με την ανεπαρκέστατη απόδοση των εγκαταστάσεων, καθώς αναγκάστηκαν να προβούν έως και σε τρεις υποδείξεις στους μηχανικούς για να βγει ένα ανεκτό αποτέλεσμα.
Πέρα από τις εγγενείς ατέλειες του χώρου, που ούτως ή άλλως δεν αλλάζουν, η συναυλία εξελίχθηκε ομαλά. Οι πόρτες άνοιξαν με μία μικρή καθυστέρηση, στις 21:30, και λίγο αργότερα εμφανίστηκαν οι Έλληνες Semen Of The Sun που καλωσόρισαν το κοινό με το καλό alternative rock τους. Κατόπιν, ήταν η ώρα των Raveonettes, οι οποίοι ικανοποίησαν τους παρευρισκόμενους παίζοντας όλα τα γνωστά κομμάτια τους, όπως: "She Owns The Streets", "The Enemy", "Apparition", "Love In A Trashcan" και "Heart Of Stone". Οι οπαδοί γούσταραν, η μπάντα έβγαζε κέφι, μολονότι δεν θα πείραζε κανέναν αν ήταν ελάχιστα πιο "ζεστοί" -ίσως φταίει η σκανδιναβική ιδιοσυγκρασία τους. Στο καθαρά εκτελεστικό κομμάτι, πρέπει να σημειώσουμε ότι πέρα από το τρίο που βρέθηκε επί σκηνής (Sun Rose Wagner, Sharin Foo συν ένας session drummer, καθώς προείπαμε), διάφορα samples συμπλήρωναν τις ενορχηστρώσεις.
Συνολικά, λοιπόν, πρόκειτο για ένα καλό live. Επειδή, όμως, ως Έλληνες είμαστε γκρινιάρηδες από τη φύση μας, θα θέλαμε να προτείναμε στους ιθύνοντες του "Κύτταρου" να πάρουν δραστικά μέτρα σε ό,τι αφορά στον ήχο του μαγαζιού, γιατί βρισκόμαστε πλέον στο 2012 (2013 οσονούπω) και όχι στο 1979, χρονιά κατά την οποία έσπασε το ρόδι των συναυλιακών δρώμενων στο Ελλάντα.
THERION, Elyose, Antalgia
(21/10/2012, Gagarin 205)από τον Κώστα Χρυσόγελο
Οι Therion γιορτάζουν φέτος τα 25 χρόνια τους. Η σουηδική μπάντα που ξεκίνησε παίζοντας ατόφιο death metal και πρωτοπόρησε, καθώς αυτή πρώτη αποπειράθηκε να συνδυάσει το heavy metal και την κλασική μουσική, δεν θα μπορούσε να μην επισκεφθεί και την Ελλάδα, μία χώρα που έχει στηρίξει τον εγκέφαλο των Therion, κο. Christopher Johnson, καθόλη τη διάρκεια ζωής του προσωπικού του σχήματος.
Μαζί με τους Therion εμφανίζονταν δύο ακόμη group, οι Elyose και οι Antalgia. Από κανένα δεν πρόλαβα ούτε μία νότα, οπότε προχωρούμε στο κυρίως πιάτο. Οι Therion βγήκαν στη σκηνή σχετικά νωρίς (πριν τις 22:00) και έπαιξαν για σχεδόν δύο ώρες. Τους οργανίστες (δύο κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, τύμπανα) συνόδευαν δύο τραγουδίστριες (μία σοπράνο και μία μέτζο) κι ένας τραγουδιστής, που ουσιαστικά μπορούσε να ερμηνεύσει τα πάντα! Το setlist αποτελούσε μία πρώτης τάξεως ανασκόπηση της "οπερετικής" περιόδου των Therion (1996 κι εξής), με συνθέσεις-αριστουργήματα, όπως είναι τα "Rise Of Sodom And Gomorrah", "Ginnungagap", "Vanaheim", "Lemuria" και "Siren Of The Woods".
Η μπάντα έκανε δύο encore. Στο δεύτερο, ο Johnson προέβη σε έναν μονόλογο, κατά τον οποίο εξηγούσε πόσο σημαντικό είναι ο καλλιτέχνης να ακολουθεί το ένστικτό του και να μην ενδίδει στις πιέσεις των δισκογραφικών εταιρειών. Ο μονόλογος αποδείχτηκε λίαν μακροσκελής, εν τούτοις οι Therion αποζημίωσαν το (όπως πάντα) ενθουσιώδες κοινό με το γνωστότερο κομμάτι τους, το κλασικό πια "To Mega Therion". Ιδανικό φινάλε για μία πολύ καλή συναυλία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Johnson παρέμεινε στη σκηνή για αρκετά λεπτά μετά το πέρας του live, αφού το κοινό συνέχιζε να φωνάζει ρυθμικά το όνομά του, σε ένδειξη θαυμασμού. Πραγματικά νομίζω ότι αυτό αποδεικνύει για ακόμη μια φορά ότι δεν υπάρχει καλύτερο κοινό στον κόσμο από το ελληνικό, και δη το μεταλλικό. Μάλιστα, διατηρώ τη βεβαιότητα, ότι ο κος. Johnson δεν θα λησμονήσει να μας επισκεφθεί στην επόμενη περιοδεία των Therion.
RAVEONETTES, Semen Of The Sun
(16/12/2012, Kyttaro)από τον George Vei
Κυριακή βραδάκι και κατευθύνομαι προς τον συναυλικό χώρο του "Κύτταρου" ("Kyttaro", κατά το ελληνικότερο) με καλή παρέα και πολλή διάθεση για να δω ζωντανά τους Δανούς Raveonettes, που χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης στην Ελλάδα. Η μόνη επιφύλαξη που είχα αφορούσε στις ηχητικές ικανότητες του χώρου και, κρίνοντας από την έκβαση της βραδιάς, η στάση μου πλέον είναι όχι απλώς επιφυλακτική, αλλά ξεκάθαρα αρνητική. Οπωσδήποτε, μαζί μου συμφωνούν τα δύο μέλη του συγκροτήματος (που συνοδεύονταν από έναν drummer) που κυριολεκτικά ξενέρωσαν με την ανεπαρκέστατη απόδοση των εγκαταστάσεων, καθώς αναγκάστηκαν να προβούν έως και σε τρεις υποδείξεις στους μηχανικούς για να βγει ένα ανεκτό αποτέλεσμα.
Πέρα από τις εγγενείς ατέλειες του χώρου, που ούτως ή άλλως δεν αλλάζουν, η συναυλία εξελίχθηκε ομαλά. Οι πόρτες άνοιξαν με μία μικρή καθυστέρηση, στις 21:30, και λίγο αργότερα εμφανίστηκαν οι Έλληνες Semen Of The Sun που καλωσόρισαν το κοινό με το καλό alternative rock τους. Κατόπιν, ήταν η ώρα των Raveonettes, οι οποίοι ικανοποίησαν τους παρευρισκόμενους παίζοντας όλα τα γνωστά κομμάτια τους, όπως: "She Owns The Streets", "The Enemy", "Apparition", "Love In A Trashcan" και "Heart Of Stone". Οι οπαδοί γούσταραν, η μπάντα έβγαζε κέφι, μολονότι δεν θα πείραζε κανέναν αν ήταν ελάχιστα πιο "ζεστοί" -ίσως φταίει η σκανδιναβική ιδιοσυγκρασία τους. Στο καθαρά εκτελεστικό κομμάτι, πρέπει να σημειώσουμε ότι πέρα από το τρίο που βρέθηκε επί σκηνής (Sun Rose Wagner, Sharin Foo συν ένας session drummer, καθώς προείπαμε), διάφορα samples συμπλήρωναν τις ενορχηστρώσεις.
Συνολικά, λοιπόν, πρόκειτο για ένα καλό live. Επειδή, όμως, ως Έλληνες είμαστε γκρινιάρηδες από τη φύση μας, θα θέλαμε να προτείναμε στους ιθύνοντες του "Κύτταρου" να πάρουν δραστικά μέτρα σε ό,τι αφορά στον ήχο του μαγαζιού, γιατί βρισκόμαστε πλέον στο 2012 (2013 οσονούπω) και όχι στο 1979, χρονιά κατά την οποία έσπασε το ρόδι των συναυλιακών δρώμενων στο Ελλάντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου