3. ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΟΥ GLAM ROCK: "THE ROCKY HORROR PICTURE SHOW" (1975) ΚΑΙ "PHANTOM OF THE PARADISE" (1974)
από τον Κώστα Χρυσόγελο
1. Η ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΙΚΗ ΔΙΕΤΙΑ 1977-8: ΑΠΟ ΤΟΥΣ AVANT-GARDE ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΣΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ POP ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ
από τον Κώστα Χρυσόγελο
Κανένα άλλο μουσικό κίνημα δεν επηρέασε τη μοντέρνα pop / rock σε τόσο καθοριστικό βαθμό, όσο το λεγόμενο "new wave", ένας όρος ο οποίος εν τούτοις αγκαλιάζει και συμπεριλαμβάνει πληθώρα τάσεων και εκδηλώσεων στον χώρο της μουσικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 (κυρίως του δεύτερου μισού της) και του '80. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι ως "new wave" χαρακτηρίστηκε τόσο η punk κίνηση που έλαβε χώρα στην Αγγλία από το 1976 και εξής, όσο και το πειραματικό κίνημα του post-punk, που γέννησε μερικούς πολύ θαρραλέους δίσκους, στα τέλη της δεκαετίας του '70 και τις αρχές της αντίστοιχης του '80. Παράλληλα, όσο πραγματοποιείτο η μετάβαση από τη μουσική των οργισμένων και καταπιεσμένων νιάτων σε αυτήν των διανοούμενων οραματιστών, η avant-garde της ηλεκτρονικής μουσικής, του θορύβου και των κιθαριστικών παραμορφώσεων προετοίμαζε το έδαφος και παρείχε κίνητρα και νεφέλες έμπνευσης.
Χωρίς υπερβολή, το 1977 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το "επαναστατικό έτος" στον χώρο των μεμονωμένων πειραματιστών που πρόσφεραν τα φώτα τους αφιλοκερδώς στους μελλοντικούς pop-stars. Μεταξύ αυτών των πρωτοπόρων, συμπεριλαμβάνονται προσωπικότητες όπως ο πρώην Roxy Music, Brian Eno, o κιθαρίστας των King Crimson, Robert Fripp, ο πάλαι ποτέ glam-icon, David Bowie και ο ψυχολογικά διαταραγμένος, αλλά υπέρτατος προφήτης του punk, Iggy Pop, τον οποίο περιμάζεψε εκείνη την εποχή από μία ψυχιατρική κλινική ο ίδιος ο Bowie, που τύγχανε μεγάλος θαυμαστής του συγκροτήματος στο οποίο ήταν μέλος ο Iggy στα τέλη της δεκαετίας του '60 και τις αρχές του '70, τους θορυβώδεις Αμερικανούς Stooges. Όλα αυτά τα πρόσωπα, τρεις Βρετανοί και ένας Αμερικανός, θα δημιουργήσουν μία σειρά από δίσκους-σταθμούς στη διαμόρφωση του new-wave, εννοώντας και τα διάφορα παρακλάδια του είδους (New Romantics, Post-Punk, κ.λπ.).
Πριν, όμως, ασχοληθούμε με τα έργα των προαναφερθέντων κυρίων, θα ήταν σκόπιμο να τονίσουμε την τεράστια παρακαταθήκη που άφησε ένα μουσικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Γερμανία, στα τέλη της δεκαετίας του '60, μέχρι τα μέσα του '70: το Krautrock. To κίνημα αντιπροσωπεύουν μουσικά σχήματα που προσπαθούσαν να διαμορφώσουν μια "γερμανική" ταυτότητα στην pop μουσική, γι' αυτόν απέρριπταν τις επιρροές του blues και του rock n' roll, στρεφόμενα στις δυνατότητες που προσέφεραν τα synthesizers και οι φυσικοί θόρυβοι της φύσης. Πολυποίκιλο στα απετελέσματά του, το krautrock γέννησε μπάντες που επηρέασαν τόσο το punk και το post-punk (Neu!, Can, Faust), όσο -και κυρίως- την electro, την ambient και τη synth pop (Tangerine Dream, Klaus Schulze, Harmonia, Popol Vuh, Cluster, οι Neu!και πάλι, και οι μη χρήζοντες περαιτέρω συστάσεων Kraftwerk). Το krautrock, που δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια του underground εκτός Γερμανίας -ούτε και εντός, για να πούμε την αλήθεια, άσκησε σημαντική επιρροή όχι μόνον στους Αγγλοσάξωνες πρωτοπόρους του new wave, αλλά και σε κάποιους νεότερους καλλιτέχνες. Άρα, η επιρροή του krautrock στα σχήματα που εξέφρασαν με μαζικό τρόπο τις νέες τάσεις της pop, ήταν είτε έμμεση (φιλτραρισμένη μέσα από τους avant-garde καλλιτέχνες), είτε άμεση.
Η αγγλοσαξωνική εκδήλωση ενδιαφέροντος για τις νέες δυνατότητες που προσέφεραν τα synthesizers, όπως και για διάφορες άλλες μουσικές παραμέτρους που θα εξελιχθούν στον ηχητικό "κανόνα" του new wave της δεκαετίας του '80 κυρίως (π.χ. τα δυνατά drums, το στοιβαρό μπάσο και οι διάφοροι εναλλακτικοί ήχοι -συμπεριλαμβανομένου και του θορύβου- που προσφέρει ένα παλιομοδίτικο blues όργανο, η ηλεκτρική κιθάρα) αρχίζει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν δηλαδή ο Brian Eno, ως μέλος των glamsters Roxy Music, δεν διστάζει να παραγεμίσει το μεγάλο hit της μπάντας, το "Virginia Plain" (1972) με noise και πρωτο-house ήχους. Τον επόμενο χρόνο, μάλιστα, ο Eno θα συνεργαστεί με έναν πραγματικό καινοτόμο της avant-garde κιθάρας, το Robert Fripp, στο minimal album "No Pussyfooting". Μέχρι και το 1975, ο Eno θα συνεχίσει να πειραματίζεται με τις κιθάρες και τα synthesizers, δημιουργώντας albums όπως το θρυλικό "Another Green World" (1975) και τα πρωτο-ambient "Discreet Music" (1975) και "Evening Star" (1975, μαζί με τον Fripp). Στις αρχές του 1977, θα κυκλοφορήσει ακόμα έναν πρωτο-ambient δίσκο, το "Cluster and Eno", σε συνεργασία με τους krautrockers Cluster.
Παράλληλα με την έντονη κινητικότητα του Eno, ο David Bowie, έχοντας διαφοροποιηθεί από το κουρασμένο πια glam rock, και ψάχνοντας για νέους ήχους, θα προσεγγίσει τη soul με το "Young Americans" (1975). Καλλιτεχνικά ανήσυχος, θα κάνει το μεγάλο βήμα το 1976, κυκλοφορώντας τoν πρώτο του new wave δίσκο, το "Station to Station". Στα τέλη του 1976 θα βρεθεί στην Ελβετία, για να ηχογραφήσει τον πρώτο, ίσως, new romantic δίσκο, το ατμοσφαιρικό "Low" (Ιανουάριος '77), σε συνεργασία με τον Brian Eno. Η ίδια ομάδα θα αναστήσει από τον καλλιτεχνικό του τάφο τον εντελώς χαμένο, εκείνη την περίοδο, Iggy Pop, βοηθώντας τον να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει τελικά το σκοτεινό "The Idiot" (Μάρτιος '77). Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, η ίδια και πάλι ομάδα, θα εγκατασταθεί στο διχοτομημένο Βερολίνο, για να δημιουργήσει το "'Heroes'" του Bowie (Οκτώβριος '77). Το κερασάκι στην τούρτα θα πέσει από τον Eno, που θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 1977 το "Before and After Science", ένα απόσταγμα όλων των εκτενών πειραματισμών που ακούγονται στα προαναφερθέντα albums. Η αγγλοσαξωνική μουσική διανόηση είχε γεννήσει, λοιπόν, μία ομάδα από άκρως πρωτοποριακούς δίσκους μέσα σε μία και μόνο χρονιά, κατά την οποία, σημειωτέον, βγήκε στην αγορά και το περίφημο "Trans Europe Express" των Kraftwerk (Μάρτιος '77), το ομώνυμο τραγούδι του οποίου περιέχει τον στίχο: "From station to station [πβ. με τον ομώνυμο δίσκο του Bowie] back to Dusseldorf city, meet Iggy Pop and David Bowie".
Ηχητικά, όλα τα προαναφερθέντα έργα συστηματοποιούσαν σε δομημένες μορφές όλους εκείνους τους πειραματισμούς που οδηγούσαν στο krautrock, και από εκεί στους πιονέρους της ηλεκτρονικής μουσικής πριν από αυτούς. Εν τούτοις, η αγγλοσαξωνική ομάδα, επηρεασμένη και από άλλες μπάντες που προηγήθηκαν, κατάφερε να συνεχίσει και να εξελίξει τον άμορφο, ιδεαλιστικό electro ήχο των Γερμανών προγόνων τους. Έτσι, τα drums απέκτησαν όγκο, το μπάσο δημιούργησε ένα συμπαγές δάπεδο, οι κιθάρες είτε δοκίμασαν τα όριά τους, είτε οδηγήθηκαν σε πιο funk ρυθμούς, και τα synhtesizers κατέβηκαν πιο κοντά, στον άνθρωπο. Όλα ήταν έτοιμα για το mainstream: Το αμερικάνικο new wave και το αγγλικό post-punk / new romantic κίνημα.
Αν το 1977 η Ευρώπη γέμισε από ιδέες και θεωρίες, το 1978 η Αμερική συνομιλούσε με μία νέα γενιά ακροατών. Το αμερικάνικο new wave, στηριζόμενο γερά στη rock n' roll παράδοση της γενέτειράς του, έτοιμο όμως και να δεχτεί νέες επιρροές, φέρνει στο προσκήνιο μία ομάδα από νεότευκτες μπάντες: Οι Cars, με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, οι Blondie, με το "Parallel Lines", μέσα στο οποίο υπάρχει το "Fade Away and Radiate", σε συνεργασία με τον Robert Fripp, οι Tuxedo Moon, με το EP "No Tears", οι Devo, με το ντεμπούτο τους "Q: Are We Not Men? A: We Are Devo!", σε παραγωγή Brian Eno, και οι Βρετανοί "αυτοεξόριστοι" Talking Heads, με το δεύτερο album τους "More Songs About Buildings and Food", και πάλι σε παραγωγή του Brian Eno. Αν το συγκριτικό ποσοστό βάσει του οποίου η κάθε μία από αυτές τις μπάντες πειραματίστηκε με τα synthesizers διαφέρει σημαντικά, αυτό δεν μειώνει καθόλου την παρακαταθήκη που τους είχαν αφήσει οι θαρραλέοι πρωτοπόροι του new wave.
Και στην Αγγλία τι γίνεται; Δύο μπάντες κατάφεραν να εγκολπωθούν τα διδάγματα από το "Low" του Bowie και το "The Idiot" του Iggy Pop: Οι Japan, που κυκλοφορούν το 1978 το "Obscure Alternatives" και το 1979 το "Quiet Life" και οι Ultravox! (με τον John Foxx στα φωνητικά), που κυκλοφορούν το 1978 το "Systems of Romance". Πρόκειται για τρεις δίσκους που ουσιαστικά καλοσωρίζουν το σκοτεινό και υποβλητικό κίνημα των New Romantics, που τα επόμενα χρόνια θα μεσουρανήσει στην Αγγλία με τους Duran Duran, Soft Cell, Visage, Ultravox (με τον Midge Ure στα φωνητικά), Adam Ant, κ.ά. Την ίδια στιγμή, δύο άλλες βρετανικές μπάντες θα μετασχηματίσουν τον πρότερο punk ήχο τους σε ένα γοητευτικό και καθηλωτικό μίγμα επιθετικότητας και new wave πρωτοπορίας. Μιλάμε για τους Joy Division, που το 1978 κυκλοφορούν το single "Transmission" και το 1979 το πρώτο τους LP, "Unknown Pleasures", και τους Wire, με τα δύο LP τους, "Chairs Missing" (1978) και "154" (1979).
Συμπερασματικά, λοιπόν, μέσα από διαφορετικά μονοπατιά, το διορατικό βλέμμα του Eno, του Fripp, του Iggy Pop και του David Bowie είχε καταφέρει και πάλι να αλλάξει τη φυσιογνωμία της pop σε Αγγλία και Αμερική. Μικρό πράγμα!
από τον Κώστα Χρυσόγελο
Το μουσικό κίνημα του glam rock μεσουράνησε στην Αγγλία στο διάστημα
1971-1974. Παρότι, από μουσική σκοπιά, οι καλλιτέχνες που το εκπροσωπούν
παρουσιάζουν κάποιες αποκλίσεις (ο David Bowie έρρεπε προς το
μιούζικαλ, οι Slade προωθούσαν μία ανάλαφρη εκδοχή των Rolling Stones, o
Marc Bolan έγραφε νωχελικά ροκάκια, προοιωνιζόμενος τους σημερινούς
hipsters, οι Sweet έμοιαζαν με καρικατούρες χεβιμεταλλάδων, οι Roxy
Music πειραματίζονταν με διάφορα είδη και ο Steve Harley ενσωμάτωνε
στοιχεία folk στη μουσική του), όλοι τους είχαν έναν κοινό παρονομαστή:
Το εσκεμμένο κιτς, που έφτανε μέχρι έναν άκακης μορφής ανδρογυνισμό. Το
σημαντικό για το glam rock ήταν η κατανόηση του αστείου, ο έντονος
αυτοσαρκασμός, και αυτό είναι κάτι που το ήξερε καλά τόσο το κοινό, όσο
και οι ίδιοι οι glamsters. Πραγματικά, το glam rock, που σε βάθος χρόνου
έφτασε ν' ασκήσει επιρροή σε τόσο διαφορετικές μουσικές σχολές, όπως
είναι το glam / sleaze metal και το new wave / post punk, την εποχή που
βρισκόταν στο απόγειό του θα έπρεπε να συνδεθεί μάλλον με την ευρύτερη
pop.
Κι ενώ στο σανίδι των συναυλιακών χώρων και του Top of
the Pops ερμήνευαν όλοι οι προαναφερθέντες, στο West End του Λονδίνου
ανέβαινε ένα θεατρικό έργο που έφερε την υπογραφή ενός Νεο-Ζηλανδού
μετανάστη, του Richard O'Brien. To "The Rocky Horror Show" (1973)
πατούσε γερά πάνω στη glam τρέλα που έδερνε τη Βρετανία στις αρχές του
'70 αλλά και στη λατρεία του δημιουργού του για τις φτηνές αμερικάνικες
ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας των προηγούμενων δεκαετιών.
Το ροκάδικο και αρκούντως κιτς "Rocky..." έγινε επιτυχία στη γενέτειρά
του. Μία βραδιά, ο παραγωγός και ιδιοκτήτης του μουσικού club Roxy στο
LA, Lou Adler, παρευρέθηκε σε μία από τις παραστάσεις. Του άρεσε και το
μετέφερε στο club του (1974), κρατώντας μόνο τον Tim Curry από τη
βρετανική διανομή, που ενσάρκωνε τον παρενδυσία Δρ. Frank N. Furter.
Η αμερικάνικη πορεία του έργου αποδείχτηκε αρκετά επιτυχημένη. Ο Adler,
μυριζόμενος περισσότερη δόξα και χρήμα, οργανώνει την κινηματογραφική
μεταφορά του μιούζικαλ. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ο Adler
ετοιμάζει τη μεταφορά του "Rocky..." στο Broadway, με την ελπίδα ότι, η
τεράστια επιτυχία που προέβλεπε, θα γινόταν το όχημα για την αντίστοιχη
της ταινίας. Διαψεύστηκε όμως, γιατί το μιούζικαλ απέτυχε στο Broadway,
όπως και η ταινία, που απέσπασε αποκαρδιωτικές κριτικές. Κι ενώ όλα
έμοιαζαν τελειωμένη υπόθεση, η κινηματογραφική μεταφορά ("The Rocky
Horror Picture Show", 1975) άρχισε να αποκτά ένα νεανικό και άκρως
αφοσιωμένο cult κοινό, που αποζητούσε τις προβολές στα drive in και τις
αίθουσες που έπαιζαν b-movies. Τόσο μεγάλη ήταν η αποδοχή της ταινίας από
τους νέους, ώστε αυτοί ανέπτυξαν έναν ιδιαίτερο κώδικα επικοινωνίας με
την ταινία, συμμετέχοντας ενεργά στην πλοκή και "συνομιλώντας" με τους
ηθοποιούς. Και ως κερασάκι στην τούρτα, οι θεατές άρχισαν να ντύνονται
όπως οι χαρακτήρες της ταινίας κατά τη διάρκεια των προβολών. Αυτό το
αναπάντεχο φιλί της ζωής για το "Rocky..." όχι μόνο το έσωσε από την
αφάνεια, αλλά το έκανε και εμπορικό θρίαμβο πρώτου βαθμού. Δεκαετίες
αργότερα, θεατρικοί θίασοι συνεχίζουν να το ανεβάζουν και να το βγάζουν
σε παγκόσμιες περιοδείες.
H υπόθεση του "Rocky..." αντανακλά
με τον καλύτερο τρόπο όλο το μεγαλείο της υπερβολής του glam
κοσμοειδώλου: Δύο συντηρητικοί νέοι, o Brad και η Janet, χάνονται μία
βροχερή νύχτα με το αμάξι τους. Αναζητώντας καταφύγιο καταφτάνουν στο
κάστρο του... τραβεστί βαμπίρ δόκτορος Frank N. Furter, ο οποίος είναι
εξωγήινος από την περιοχή Transexual της φανταστικής Transylvania.
Εντελώς συμπτωματικά, το ζευγάρι καταφτάνει τη στιγμή που ο δρ.
ετοιμάζεται να δώσει ζωή στο δημιούργημά του, τον μυώδη Rocky. Με την
πάροδο της ώρας, ο Brad και η Janet εθίζονται στον τρόπο ζωής του Frank,
που κατά βάση υπηρετεί τον ελεύθερο, αμφιφυλόφιλο έρωτα και τη rock n'
roll υπερβολή. Άλλοι χαρακτήρες που εμπλέκονται στην ιστορία είναι οι
οικονόμοι του κάστρου, ο Riff Raff και η αδελφή του Magenta (αφήνεται να
εννοηθεί ότι διατηρούν αιμομικτική σχέση), η ερωμένη του Columbia, ο
φυλακισμένος Eddie (σύμβολο του ροκ της δεκαετίας του '50) κι ο θείος
του, δρ. Scott (αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι πρώην ναζί). Αφηγείται ο
Καθηγητής Εγκληματολογίας, ο οποίος παρουσίαζεται επίτηδες να
μακρηγορεί, λέγοντας ανούσια πράγματα.
Αν υπάρχει ένα επιμύθιο,
ένα τελικό συμπέρασμα, αυτό είναι ότι οι άνθρωποι πρέπει να υποτάσσουν
τη λογική στο συναίσθημα, ώστε να γεύονται απερίσπαστοι τον έρωτα, χωρίς
πολιτισμικούς και ηθικούς περιορισμούς. Το κλειδί της ερμηνείας,
πάντως, βρίσκεται και πάλι στην κιτς υπερβολή που έχει διαποτίσει όλο το
έργο και που, εν τέλει, προτείνει, έστω κι υπαινικτικά, την
αυτοσαρκαζόμενη πρόσληψή του. Αυτό, με απλά λόγια, σημαίνει ότι ο θεατής
δεν πρέπει να πάρει τίποτα απ' ό,τι βλέπει και πολύ σοβαρά (βασική αρχή
του glam), όπως κι έγινε.
Πολύ πιο άγνωστο από το
"Rocky...", το "Phantom of the Paradise" (1974), του κατά τ' άλλα
γνωστού σκηνοθέτη Brian de Palma (σε μουσική Paul Williams, υπεύθυνου
και
για το soundtrack του "Bugsy Malone" (1976) του Alan Parker), περιέχει
πολλά glam στοιχεία, χωρίς να περιορίζεται σε αυτά. Η ταινία κινείται σε
πολλά διακειμενικά επίπεδα, κάνοντας αναφορές στην κινηματογραφική
μεταφορά του "Phantom of the Opera" (1943), στον "Faust" του Goethe και
στο "Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ" του Oscar Wilde. Η υπόθεση είναι η
ακόλουθη: Ο μουσικός παραγωγός Swan κλέβει τη μουσική του φιλόδοξου
μουσικού Eddie Winslow. Ο τελευταίος, σε μια προσπάθειά του να
εκδικηθεί, παθαίνει ένα ατύχημα που του παραμορφώνει το πρόσωπο. Ο Swan
του προτείνει να συνεργαστούν, με όρους επαχθέστατους για τον Winslow, ο
οποίος πλέον φορά μία ασημένια μάσκα για να κρύψει τη δυσμορφία του. Η
εξέλιξη της πλοκής, που εμπλέκει, μεταξύ άλλων,την όμορφη και ταλαντούχα
Phoenix, τον ακραίο ροκά Beef και το φαιδρό αλλά επιτυχημένο σχήμα των
Juicy Fruits, αφορά ξεκάθαρα στην παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο η
μουσική βιομηχανία απομυζεί τους καλλιτέχνες της.
Σε
αντίθεση με το "Rocky...", το "Phantom..." δεν προσπαθεί να συνοψίσει τη
φιλοσοφία του glam rock. Πολύ περισσότερο, ο de Palma χρησιμοποιεί
ελεύθερα κάποια εμφανή glam στοιχεία (Οι Juicy Fruits θυμίζουν τους
Rubettes, ένα από τα πιο φαιδρά και ασήμαντα groups του κινήματος.
Επίσης, το εικαστικό στυλ που εκπροσωπεί ο Beef είναι ξεκάθαρα glam)
για να σχολιάσει το πώς λειτουργεί η κρεατομηχανή της μουσικής
βιομηχανίας. Ακόμη και η μουσική του Williams κινείται σε πιο
αμερικάνικες φόρμες, με μόνο δύο τραγούδια να παραπέμπουν άμεσα στην
ακουστική φυσιογνωμία του βρετανικού κινήματος (τα "Faust" και "Super Like You / Life
at Last").
Αυτό, όμως, που παρουσιάζει πραγματικό ενδιαφέρον
αποτελεί η ιδεολογική σκοπιά του de Palma απέναντι σε ένα ροκ φαινόμενο
που προσομοιάζει οπωσδήποτε στο glam, και το οποίο, στην ταινία,
εκπροσωπείται από τον θορυβώδη Beef. Φορώντας τις χαρακτηριστικές
ψηλοτάκουνες μπότες του glam και προωθώντας ένα επιτηδευμένο προφίλ, ο
Beef δεν είναι τίποτα περισσότερο από το μουσικό παιχνίδι του Swan. Και
ως προσωπικότητα, ο γεματούλης ροκάς έχει πλαστεί με τέτοιον τρόπο ώστε
να προκαλεί το γέλιο (χαρακτηριστική η σκηνή που γλιστράει στο πάλκο,
φορώντας τις μπότες, και αδυνατεί να ξανασηκωθεί). Στον αντίποδά του
στέκεται η Phoenix, μία καλλίφωνη τραγουδίστρια Αμερικάνικης κοπής,
τύπου Linda Ronstadt (σημείωνεται ότι η Ronstadt ήταν πρώτη επιλαχούσα
για τον ρόλο της Phoenix), άξια να ερμηνεύσει τα σοβαρών προθέσεων
τραγούδια του Winslow. Χωρίς να προτείνεται μία και μόνο ερμηνεία
(άλλωστε, κι η Phoenix καταλήγει άθυρμα στα άπληστα χέρια του Swan), η
ταινία δείχνει να σατιρίζει το βρετανικό glam rock και όχι να το αφήνει
ν' αυτογελοιοποιηθεί ακομπλεξάριστα, όπως θα έκανε ένας Εγγλέζος.
Ως γενικό συμπέρασμα, οι δύο ταινίες που σχετίζονται με το glam rock,
προσεγγίζουν το φαινόμενο με διαφορετικό τρόπο: Το καθαρά βρετανικής
λογικής "Rocky Horror Picture Show" ξετυλίγει ένα παρδαλό κουβάρι ροκ
μουσικής και εσκεμμένα παρατραβηγμένης αισθητικής, με σκοπό να μελετήσει
τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, μέσα από μια καρναβαλικής
λογικής φιλοσοφία. Το αμερικάνικο "Phantom of the Paradise" έχει πιο
ξεκάθαρο "μήνυμα": Η μουσική βιομηχανία λειτουργεί με όρους εντελώς
ανήθικους, εκμεταλλευόμενη τους καλλιτέχνες της και προσφέροντας στο
κοινό εντυπωσιακά θεάματα για να το χειραγωγεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,
το επαναστατικό rock προσεγγίζεται αμφίσημα και διαλεκτικά.
Και κάτι τελευταίο: Ποια ταινία είναι καλύτερη; Ας μου επιτραπεί η
προσωπική μου γνώμη: Μουσικά το "Rocky...", ως σύνολο το "Phantom...".
Εσείς τι πιστεύετε;
από τον The American
Λίγα πράγματα
στιγμάτισαν την Αμερικανική ποπ κουλτούρα την δεκαετία του ’80 όσο η σειρά
ταινιών που δημιούργησε ο παραγωγός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος John Hughes μεταξύ του 1984 και του 1988. Αρχίζοντας με τις
εκκωφαντικές επιτυχίες του “Sixteen Candles” και του “Breakfast Club” που συνέστησαν στο κοινό μια νέα γενιά ηθοποιών,
συνεχίζοντας με το ελαφρύ “Weird Science”, το εμπορικό αποκορύφωμα του “Pretty in Pink” και του “Ferris Bueller’s Day Off”, και το ενδοσκοπικό “Some Kind of Wonderful”, και
καταλήγοντας στα ‘ενήλικα’ “Planes, Trains and Automobiles” και “She’s Having a Baby”, ο Hughes δημιούργησε ένα ξεχωριστό δικό του φιλμικό σύμπαν. Έχοντας τον πλήρη
καλλιτεχνικό και στυλιστικό έλεγχο των ταινιών του, κατάφερε να τις διαπεράσει
όλες με μια ξεχωριστή αίσθηση λεπτού χιούμορ και αφοπλιστικής ειλικρίνειας,
πότε ξεκαρδιστικής και πότε συγκινητικής. Πάνω από όλα, ο Hughes (που πέθανε το 2009) έγινε γνωστός για την
διεισδυτική του ματιά στην νεολαία των 80ς, προσφέροντας μια ιδιαίτερη οπτική
των αγωνιών των παιδιών των αμερικανικών μεσοαστικών προαστίων, κατορθώνοντας
να εμφανίζει νεανικούς έρωτες, διλήμματα και σχολικές ανησυχίες σε πραγματικά
δραματικούς (αλλά όχι υπερβολικούς) τόνους. Από την κοπέλα που οι γονείς της
ξεχνάνε τα γενέθλιά της στο “Sixteen Candles”, στους έγκλειστους εφήβους του “Breakfast Club” και από εκεί στους
καταδικασμένους έρωτες των “Pretty in Pink” και “Some Kind of Wonderful”, ο Hughes δημιούργησε ανάλαφρες αλλά δυνατές εκδοχές απλών ιστοριών που όμως
σημαδεύουν τους εφήβους – τόσο τους χαρακτήρες όσο και τους θεατές των ταινιών
του. Η ίδια ευαισθησία χαρακτηρίζει και την οπτική του στις σχέσεις μεταξύ
ενηλίκων, είτε πρόκειται για το νιόπαντρο ζευγάρι που ετοιμάζεται να κάνει
παιδί στο “She’s Having a Baby”, είτε
τους αταίριαστους ταξιδιώτες του “Planes...”.
Για τον Hughes όμως απαραίτητο κομμάτι της φιλμικής εμπειρίας που
δημιουργούσε ήταν η μουσική των ταινιών του – ο ίδιος ήταν, πέραν των προαναφερθέντων,
αποκλειστικά υπεύθυνος για την επιλογή των τραγουδιών που ακούγονταν στις
ταινίες του και παραγωγός των επίσημων soundtrack που συνόδευαν την κυκλοφορία των ταινιών του. Σε αντίθεση με τον ορυμαγδό soundtrack των νεανικών ταινιών που έβγαιναν στα 80ς και
περιείχαν δειγματοληπτικές επιλογές από τα εμπορικά είδη της εποχής (ντίσκο, AOR, εμπορικό χέβι μέταλ)
με μικρή σύνδεση με το ύφος της εκάστοτε ταινίας, η εστίαση του Hughes ήταν συγκεκριμένη και αταλάντευτη: Οι μουσικές των
ταινιών του δεν ήταν απλά η επένδυση σκηνών και διαλόγων, αλλά ζούσαν μέσα στην
ταινία και δρούσαν όσο και οι ίδιοι οι ηθοποιοί. Ώρες-ώρες, η μουσική έδειχνε
να καθορίζει την εξέλιξη της ταινίας και όχι το ανάποδο. Σε ορισμένες
περιπτώσεις αυτό έφτανε στα όρια της υπερβολής: Δεν θα ήταν εντελώς κακεντρεχές
να πούμε ότι ταινίες όπως π.χ. το “Ferris Bueller” ή το “Weird Science” έμοιαζαν περισσότερο με βίντεοκλιπ παρά με
κινηματογραφικά έργα. Ακόμα και αυτό όμως, με έναν παράξενο τρόπο, δεν αναιρεί
τον ρόλο της μουσικής στις ταινίες του Hughes. Σκοπός του ήταν να αποτυπώσει τις αγωνίες μιας
συγκεκριμένης υποκουλτούρας της νεολαίας της εποχής, της γενιάς του MTV, των ψαγμένων και
μονίμως αγωνιούντων μεσοαστικών παιδιών που αναζητούσαν απόδραση στις μουσικές,
βρετανικών κυρίως, συγκροτημάτων των οποίων το στυλ δεν μπορούσε να καταταγεί
ούτε στο εμπορικό ροκ που ακούγαν κυρίως οι γηραιότεροι και οι blue collars, ούτε στο πανκ ροκ
που ακούγαν οι αντικομφορμιστές φοιτητές των πανεπιστημίων, ούτε στην
κουρασμένη ποπ που μετά την ντίσκο βρισκόταν σε αποδιοργάνωση στην Αμερική.
Πάρα πολύ εύστοχα, η βρετανική new wave μουσική που κυριάρχησε στην Αμερική στα μέσα της δεκαετίας του ’80 χάρη στο
MTV ονομάστηκε απλά “new pop”, και αυτό το είδος
μουσικής ο Hughes το προωθούσε
ασυμβίβαστα μέσω των ταινιών του, αφού πολύ απλά σχεδίαζε χαρακτήρες που άκουγαν
αυτήν την μουσική.
Η “new pop” συνδέθηκε με τα πρώτα
χρόνια γιγάντωσης του MTV. Κύριος λόγος ήταν η χρήση του βίντεοκλιπ από βρετανικά new wave συγκροτήματα που βοηθούσαν τον νέο σταθμό να
γεμίσει το πρόγραμμά του. Ήταν όμως και μια μουσική που έδινε στον νέο σταθμό
ένα κοφτερό και φρέσκο προφίλ, το οποίο έγινε το μέσο προώθησης ενός είδους που
μέχρι τότε δεν μπορούσε να διαπεράσει τα τείχη του ραδιοφωνικού εμπορικού ροκ
στις ΗΠΑ. Ήταν δηλαδή η νέα μουσική που χρειαζόταν ένας νέος σταθμός που
προωθούσε ένα νέο καλλιτεχνικό μέσο. Η εμπορική ακμή των ταινιών του Hughes συνδέθηκε με την πρώτη φάση εδραίωσης του MTV και μια περίοδο 3-4 χρόνων (1984-1987/8)
απίστευτης επιτυχίας αρκετών βρετανικών συγκροτημάτων στα αμερικανικά τσαρτ.
Συγκροτήματα που είχαν ξεκινήσει ως σκοτεινά, ηλεκτρονικά, νεοκυματικά και
ριζοσπαστικά μετά το πανκ στην Βρετανία, έφτασαν να γίνουν απόλυτα mainstream στις ΗΠΑ, προσαρμόζοντας
βεβαίως και το στυλ τους αναλόγως.
Τελικά, η ενδελεχής εξέταση των soundtrack που
συνέθετε ο Hughes, καταλήγει να αποτυπώνει με ακρίβεια τις διαφόρες τάσεις
που υπάγονταν στην γενική ταμπέλα της “new pop”: post punk, indie, synth pop, new romantics, new wave και ska. Ό,τι
ερχόταν από την Βρετανία, το MTV το
προωθούσε ασυζητητί, οι βασανισμένοι έφηβοι των προαστίων το κατανάλωναν
αφειδώς και ο Hughes το κατέγραφε
και το προωθούσε στις ταινίες του στα μέσα των 80ς. Τελικά αναφύεται το
ερώτημα: ο Hughes έγραφε
χαρακτήρες και ιστορίες πριν την
μουσική ή για την μουσική; Ποιο από
τα δυο ερχόταν πρώτο; Το σίγουρο είναι ότι η επιτυχία των ταινιών του χρωστάει
πολλά σε αυτά τα τραγούδια, αλλά και ότι μια ολόκληρη μουσική σκηνή βρήκε στις
ταινίες αυτές έναν απροσδόκητο σύμμαχο, οδηγώντας τηη βρετανική μουσική σε
τέτοιας έκτασης επιτυχία στις ΗΠΑ, όμοια της οποίας δεν έχει ξαναζήσει έκτοτε.
(Για
μία εκτενή λίστα με τα καλύτερα τραγούδια από τα soundtracks των
ταινιών του Hughes, βλ. την καταχώριση στην ενότητα "The Final
Countdown").
1. Η ΑΓΓΛΟΣΑΞΩΝΙΚΗ ΔΙΕΤΙΑ 1977-8: ΑΠΟ ΤΟΥΣ AVANT-GARDE ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΣΤΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ POP ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ
από τον Κώστα Χρυσόγελο
Κανένα άλλο μουσικό κίνημα δεν επηρέασε τη μοντέρνα pop / rock σε τόσο καθοριστικό βαθμό, όσο το λεγόμενο "new wave", ένας όρος ο οποίος εν τούτοις αγκαλιάζει και συμπεριλαμβάνει πληθώρα τάσεων και εκδηλώσεων στον χώρο της μουσικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 (κυρίως του δεύτερου μισού της) και του '80. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι ως "new wave" χαρακτηρίστηκε τόσο η punk κίνηση που έλαβε χώρα στην Αγγλία από το 1976 και εξής, όσο και το πειραματικό κίνημα του post-punk, που γέννησε μερικούς πολύ θαρραλέους δίσκους, στα τέλη της δεκαετίας του '70 και τις αρχές της αντίστοιχης του '80. Παράλληλα, όσο πραγματοποιείτο η μετάβαση από τη μουσική των οργισμένων και καταπιεσμένων νιάτων σε αυτήν των διανοούμενων οραματιστών, η avant-garde της ηλεκτρονικής μουσικής, του θορύβου και των κιθαριστικών παραμορφώσεων προετοίμαζε το έδαφος και παρείχε κίνητρα και νεφέλες έμπνευσης.
Χωρίς υπερβολή, το 1977 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το "επαναστατικό έτος" στον χώρο των μεμονωμένων πειραματιστών που πρόσφεραν τα φώτα τους αφιλοκερδώς στους μελλοντικούς pop-stars. Μεταξύ αυτών των πρωτοπόρων, συμπεριλαμβάνονται προσωπικότητες όπως ο πρώην Roxy Music, Brian Eno, o κιθαρίστας των King Crimson, Robert Fripp, ο πάλαι ποτέ glam-icon, David Bowie και ο ψυχολογικά διαταραγμένος, αλλά υπέρτατος προφήτης του punk, Iggy Pop, τον οποίο περιμάζεψε εκείνη την εποχή από μία ψυχιατρική κλινική ο ίδιος ο Bowie, που τύγχανε μεγάλος θαυμαστής του συγκροτήματος στο οποίο ήταν μέλος ο Iggy στα τέλη της δεκαετίας του '60 και τις αρχές του '70, τους θορυβώδεις Αμερικανούς Stooges. Όλα αυτά τα πρόσωπα, τρεις Βρετανοί και ένας Αμερικανός, θα δημιουργήσουν μία σειρά από δίσκους-σταθμούς στη διαμόρφωση του new-wave, εννοώντας και τα διάφορα παρακλάδια του είδους (New Romantics, Post-Punk, κ.λπ.).
Πριν, όμως, ασχοληθούμε με τα έργα των προαναφερθέντων κυρίων, θα ήταν σκόπιμο να τονίσουμε την τεράστια παρακαταθήκη που άφησε ένα μουσικό κίνημα που εκδηλώθηκε στη Γερμανία, στα τέλη της δεκαετίας του '60, μέχρι τα μέσα του '70: το Krautrock. To κίνημα αντιπροσωπεύουν μουσικά σχήματα που προσπαθούσαν να διαμορφώσουν μια "γερμανική" ταυτότητα στην pop μουσική, γι' αυτόν απέρριπταν τις επιρροές του blues και του rock n' roll, στρεφόμενα στις δυνατότητες που προσέφεραν τα synthesizers και οι φυσικοί θόρυβοι της φύσης. Πολυποίκιλο στα απετελέσματά του, το krautrock γέννησε μπάντες που επηρέασαν τόσο το punk και το post-punk (Neu!, Can, Faust), όσο -και κυρίως- την electro, την ambient και τη synth pop (Tangerine Dream, Klaus Schulze, Harmonia, Popol Vuh, Cluster, οι Neu!και πάλι, και οι μη χρήζοντες περαιτέρω συστάσεων Kraftwerk). Το krautrock, που δεν ξεπέρασε ποτέ τα όρια του underground εκτός Γερμανίας -ούτε και εντός, για να πούμε την αλήθεια, άσκησε σημαντική επιρροή όχι μόνον στους Αγγλοσάξωνες πρωτοπόρους του new wave, αλλά και σε κάποιους νεότερους καλλιτέχνες. Άρα, η επιρροή του krautrock στα σχήματα που εξέφρασαν με μαζικό τρόπο τις νέες τάσεις της pop, ήταν είτε έμμεση (φιλτραρισμένη μέσα από τους avant-garde καλλιτέχνες), είτε άμεση.
Η αγγλοσαξωνική εκδήλωση ενδιαφέροντος για τις νέες δυνατότητες που προσέφεραν τα synthesizers, όπως και για διάφορες άλλες μουσικές παραμέτρους που θα εξελιχθούν στον ηχητικό "κανόνα" του new wave της δεκαετίας του '80 κυρίως (π.χ. τα δυνατά drums, το στοιβαρό μπάσο και οι διάφοροι εναλλακτικοί ήχοι -συμπεριλαμβανομένου και του θορύβου- που προσφέρει ένα παλιομοδίτικο blues όργανο, η ηλεκτρική κιθάρα) αρχίζει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '70, όταν δηλαδή ο Brian Eno, ως μέλος των glamsters Roxy Music, δεν διστάζει να παραγεμίσει το μεγάλο hit της μπάντας, το "Virginia Plain" (1972) με noise και πρωτο-house ήχους. Τον επόμενο χρόνο, μάλιστα, ο Eno θα συνεργαστεί με έναν πραγματικό καινοτόμο της avant-garde κιθάρας, το Robert Fripp, στο minimal album "No Pussyfooting". Μέχρι και το 1975, ο Eno θα συνεχίσει να πειραματίζεται με τις κιθάρες και τα synthesizers, δημιουργώντας albums όπως το θρυλικό "Another Green World" (1975) και τα πρωτο-ambient "Discreet Music" (1975) και "Evening Star" (1975, μαζί με τον Fripp). Στις αρχές του 1977, θα κυκλοφορήσει ακόμα έναν πρωτο-ambient δίσκο, το "Cluster and Eno", σε συνεργασία με τους krautrockers Cluster.
Παράλληλα με την έντονη κινητικότητα του Eno, ο David Bowie, έχοντας διαφοροποιηθεί από το κουρασμένο πια glam rock, και ψάχνοντας για νέους ήχους, θα προσεγγίσει τη soul με το "Young Americans" (1975). Καλλιτεχνικά ανήσυχος, θα κάνει το μεγάλο βήμα το 1976, κυκλοφορώντας τoν πρώτο του new wave δίσκο, το "Station to Station". Στα τέλη του 1976 θα βρεθεί στην Ελβετία, για να ηχογραφήσει τον πρώτο, ίσως, new romantic δίσκο, το ατμοσφαιρικό "Low" (Ιανουάριος '77), σε συνεργασία με τον Brian Eno. Η ίδια ομάδα θα αναστήσει από τον καλλιτεχνικό του τάφο τον εντελώς χαμένο, εκείνη την περίοδο, Iggy Pop, βοηθώντας τον να ηχογραφήσει και να κυκλοφορήσει τελικά το σκοτεινό "The Idiot" (Μάρτιος '77). Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, η ίδια και πάλι ομάδα, θα εγκατασταθεί στο διχοτομημένο Βερολίνο, για να δημιουργήσει το "'Heroes'" του Bowie (Οκτώβριος '77). Το κερασάκι στην τούρτα θα πέσει από τον Eno, που θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 1977 το "Before and After Science", ένα απόσταγμα όλων των εκτενών πειραματισμών που ακούγονται στα προαναφερθέντα albums. Η αγγλοσαξωνική μουσική διανόηση είχε γεννήσει, λοιπόν, μία ομάδα από άκρως πρωτοποριακούς δίσκους μέσα σε μία και μόνο χρονιά, κατά την οποία, σημειωτέον, βγήκε στην αγορά και το περίφημο "Trans Europe Express" των Kraftwerk (Μάρτιος '77), το ομώνυμο τραγούδι του οποίου περιέχει τον στίχο: "From station to station [πβ. με τον ομώνυμο δίσκο του Bowie] back to Dusseldorf city, meet Iggy Pop and David Bowie".
Ηχητικά, όλα τα προαναφερθέντα έργα συστηματοποιούσαν σε δομημένες μορφές όλους εκείνους τους πειραματισμούς που οδηγούσαν στο krautrock, και από εκεί στους πιονέρους της ηλεκτρονικής μουσικής πριν από αυτούς. Εν τούτοις, η αγγλοσαξωνική ομάδα, επηρεασμένη και από άλλες μπάντες που προηγήθηκαν, κατάφερε να συνεχίσει και να εξελίξει τον άμορφο, ιδεαλιστικό electro ήχο των Γερμανών προγόνων τους. Έτσι, τα drums απέκτησαν όγκο, το μπάσο δημιούργησε ένα συμπαγές δάπεδο, οι κιθάρες είτε δοκίμασαν τα όριά τους, είτε οδηγήθηκαν σε πιο funk ρυθμούς, και τα synhtesizers κατέβηκαν πιο κοντά, στον άνθρωπο. Όλα ήταν έτοιμα για το mainstream: Το αμερικάνικο new wave και το αγγλικό post-punk / new romantic κίνημα.
Αν το 1977 η Ευρώπη γέμισε από ιδέες και θεωρίες, το 1978 η Αμερική συνομιλούσε με μία νέα γενιά ακροατών. Το αμερικάνικο new wave, στηριζόμενο γερά στη rock n' roll παράδοση της γενέτειράς του, έτοιμο όμως και να δεχτεί νέες επιρροές, φέρνει στο προσκήνιο μία ομάδα από νεότευκτες μπάντες: Οι Cars, με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, οι Blondie, με το "Parallel Lines", μέσα στο οποίο υπάρχει το "Fade Away and Radiate", σε συνεργασία με τον Robert Fripp, οι Tuxedo Moon, με το EP "No Tears", οι Devo, με το ντεμπούτο τους "Q: Are We Not Men? A: We Are Devo!", σε παραγωγή Brian Eno, και οι Βρετανοί "αυτοεξόριστοι" Talking Heads, με το δεύτερο album τους "More Songs About Buildings and Food", και πάλι σε παραγωγή του Brian Eno. Αν το συγκριτικό ποσοστό βάσει του οποίου η κάθε μία από αυτές τις μπάντες πειραματίστηκε με τα synthesizers διαφέρει σημαντικά, αυτό δεν μειώνει καθόλου την παρακαταθήκη που τους είχαν αφήσει οι θαρραλέοι πρωτοπόροι του new wave.
Και στην Αγγλία τι γίνεται; Δύο μπάντες κατάφεραν να εγκολπωθούν τα διδάγματα από το "Low" του Bowie και το "The Idiot" του Iggy Pop: Οι Japan, που κυκλοφορούν το 1978 το "Obscure Alternatives" και το 1979 το "Quiet Life" και οι Ultravox! (με τον John Foxx στα φωνητικά), που κυκλοφορούν το 1978 το "Systems of Romance". Πρόκειται για τρεις δίσκους που ουσιαστικά καλοσωρίζουν το σκοτεινό και υποβλητικό κίνημα των New Romantics, που τα επόμενα χρόνια θα μεσουρανήσει στην Αγγλία με τους Duran Duran, Soft Cell, Visage, Ultravox (με τον Midge Ure στα φωνητικά), Adam Ant, κ.ά. Την ίδια στιγμή, δύο άλλες βρετανικές μπάντες θα μετασχηματίσουν τον πρότερο punk ήχο τους σε ένα γοητευτικό και καθηλωτικό μίγμα επιθετικότητας και new wave πρωτοπορίας. Μιλάμε για τους Joy Division, που το 1978 κυκλοφορούν το single "Transmission" και το 1979 το πρώτο τους LP, "Unknown Pleasures", και τους Wire, με τα δύο LP τους, "Chairs Missing" (1978) και "154" (1979).
Συμπερασματικά, λοιπόν, μέσα από διαφορετικά μονοπατιά, το διορατικό βλέμμα του Eno, του Fripp, του Iggy Pop και του David Bowie είχε καταφέρει και πάλι να αλλάξει τη φυσιογνωμία της pop σε Αγγλία και Αμερική. Μικρό πράγμα!
Ωραία η ανάλυση των ταινιών. Μπορείς να προτείνεις/ποστάρεις επιλεγμένες σκηνές για να πάρω μια γεύση;
ΑπάντησηΔιαγραφήΓεια σου φίλε /-η. Από το "Rocky..." πληκτρολόγησε "The Time Warp" ή "Sweet Transvestite" στο Tube. Από το "Phantom of the Paradise", τα "Faust" και "Super like you" είναι πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου.
ΑπάντησηΔιαγραφή